Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψηφιδωτά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψηφιδωτά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Βυζαντινή εκκλησία με εντυπωσιακά ψηφιδωτά ανακαλύφθηκε στο Ισραήλ

Οι αρχαιολόγοι στο Ισραήλ ανακάλυψαν ένα περίτεχνο ψηφιδωτό στο δάπεδο μιας βυζαντινής εκκλησίας, 1500 ετών, που μεταξύ άλλων απεικονίζει το Χριστόγραμμα να περιβάλλεται από πτηνά.

Τα ερείπια ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια σωστικών ανασκαφών πριν την κατασκευή ενός έργου στην Aluma, ένα χωριό περίπου 50 χιλιόμετρα νότια του Τελ Αβίβ, όπως ανακοίνωσε η Ισραηλινή Αρχή Αρχαιοτήτων (ΙΑΑ) την περασμένη Τετάρτη. Ο αρχαιολόγος Davida Eisenberg Degen δήλωσε ότι η ομάδα χρησιμοποίησε έναν βιομηχανικό εκσκαφέα για να εξετάσει το ανάχωμα στην περιοχή, και μέσα από μια τρύπα βάθους  3 μέτρων, μπόρεσαν να δουν τα λευκά τμήματα του αρχαίου ψηφιδωτού.

Ο χώρος της ανασκαφής
Μεγάλο μέρος της εκκλησίας αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές του περασμένου μήνα. Η βασιλική αποτελούσε μέρος ενός τοπικού βυζαντινού οικισμού, ενώ οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι λειτουργούσε επίσης και ως κέντρο χριστιανικής λατρείας για τις γειτονικές κοινότητες, επειδή βρισκόταν δίπλα στον κεντρικό δρόμο που περνάει ανάμεσα από το αρχαίο λιμάνι του Ashkelon στα δυτικά και του Beit Guvrin και της Ιερουσαλήμ στα ανατολικά.

«Συνήθως, ένα βυζαντινό χωριό είχε μια εκκλησία, αλλά το μέγεθος της εκκλησίας και η θέση της στο δρόμο την καθιστά πιο σημαντική», δήλωσε ο  Degen στο LiveScience.

Αξιόλογα ευρήματα

Οι αρχαιολόγοι σχεδιάζουν να συνεχίσουν τις εργασίες τους  στην περιοχή για άλλη μια εβδομάδα, αλλά ένα από τα πιο αξιόλογα ευρήματα μέχρι τώρα ήταν ένα ψηφιδωτό που περιέχει το Χριστόγραμμα ή ένα «είδος μονόγραμμα του ονόματος του Ιησού», όπως αναφέρει ο Degen.

Το εντυπωσιακό ψηφιδωτό στο δάπεδο της βυζαντινής βασιλικής.
Εκείνη την εποχή, οι βυζαντινοί Χριστιανοί δεν τοποθετούσαν σταυρούς στα ψηφιδωτά δάπεδα τους, προκειμένου να μην πατούν το σύμβολο του Χριστού, εξηγεί ο Degen. Το Χριστόγραμμα στο ψηφιδωτό μπορεί να μοιάζει με σταυρό, αλλά στην πραγματικότητα είναι περισσότερο ένα σύμβολο, το οποίο συνδυάζει τα δύο πρώτα κεφαλαία γράμματα στην ελληνική λέξη «Χριστός», και συχνά μοιάζει με ένα Χ επάνω σε ένα P. Υπάρχουν επίσης και ένα Α και το Ω (το πρώτο και το τελευταίο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου) σε κάθε πλευρά του, το οποίο αποτελεί άλλο ένα χριστιανικό σύμβολο, όπου ο Χριστός συχνά περιγράφεται ως «η αρχή και το τέλος». Τέσσερα πτηνά διακοσμούν επίσης το ψηφιδωτό, και δύο από αυτά κρατούν ένα στεφάνι στην κορυφή του Χριστογράμματος.


Μέσα στην βασιλική, η οποία έχει διαστάσεις 22x 12 μέτρα, οι αρχαιολόγοι βρήκαν επίσης μαρμάρινους κίονες και μια ανοιχτή αυλή στρωμένη με ένα λευκό ψηφιδωτό δάπεδο, δήλωσε ο Daniel Varga, διευθυντής των ανασκαφών του ΙΑΑ.

Ακριβώς έξω από την αυλή, στο νάρθηκα της εκκλησίας υπάρχει «ένα λεπτό ψηφιδωτό δάπεδο διακοσμημένο με χρωματιστά γεωμετρικά σχέδια καθώς και αναθηματική επιγραφή δώδεκα σειρών στην ελληνική γλώσσα που περιέχει τα ονόματα «Μαρία» και «Ιησούς» και το όνομα του ατόμου που χρηματοδότησε την κατασκευή του ψηφιδωτού», εξηγεί ο Varga.

Ανάμεσα στα διάφορα ζώα και πτηνά.
Λεπτομέρεια από το ψηφιδωτό, με απεικόνιση λεοπάρδαλης.
Τα ψηφιδωτά στον κυρίως ναό είναι διακοσμημένα με έλικες αμπέλου σε σχήμα 40 μεταλλίων, ένα εκ των οποίων περιέχει το Χριστόγραμμα. Πολλά από τα υπόλοιπα μετάλλια περιέχουν φυτικά μοτίβα και ζώα, όπως ζέβρες, παγόνια, λεοπαρδάλεις και αγριογούρουνα. Τρία από αυτά περιέχουν επιγραφές μνημονεύοντας δύο επικεφαλείς της τοπικής περιφερειακής εκκλησίας, με τα ονόματα «Δημήτριος» και «Ηρακλής».

Άλλες ανακαλύψεις

Οι αρχαιολόγοι εντόπισαν επίσης τα ίχνη της μετέπειτα κατοχής στην κορυφή της εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένων των πρώτων ισλαμικών τοίχων και οθωμανικών λάκκων απορριμμάτων (η Aluma βρίσκεται κοντά στο οθωμανικό και μετέπειτα παλαιστινιακό χωριό Hatta). Οι ανασκαφές αποκάλυψαν επίσης γυάλινα βυζαντινά αγγεία και ένα εργαστήριο κεραμικής για την παραγωγή αμφορέων, μαγειρικών σκευών, κρατήρων, κυπέλλων και λύχνων.
Οι αρχαιολόγοι συχνά πραγματοποιούν σωστικές ανασκαφές πριν από τα κατασκευαστικά έργα όπως σε αυτή την περίπτωση, προκειμένου να αποφευχθεί η οικοδόμηση πάνω στα αρχαία μνημεία. Μερικές φορές ωστόσο, αυτού του είδους οι ανασκαφές αποδίδουν εκπληκτικές ανακαλύψεις. Για παράδειγμα, ένας «λατρευτικός» ναός και ίχνη μιας οικίας, ηλικίας 10.000 ετών ανακαλύφθηκαν στο Eshtaol, δυτικά της Ιερουσαλήμ στο πλαίσιο της προετοιμασίας διαπλάτυνσης ενός δρόμου. Επίσης, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επέκτασης του κεντρικού δρόμου που συνδέει την Ιερουσαλήμ με το Τελ Αβίβ, που ονομάζεται Highway 1, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν έναν φαλλό από τη Λίθινη Εποχή, ένα ιερό από την περίοδο του Πρώτου Ναού καθώς και ζωόμορφα ειδώλια που χρονολογούνται πριν από 9.500 χρόνια. 
Όσον αφορά τις νέες ανακαλύψεις, η IAA σχεδιάζει να αφαιρέσει το ψηφιδωτό για να το εκθέσει στο περιφερειακό μουσείο ή στο κέντρο επισκεπτών ενώ ο υπόλοιπος αρχαιολογικός χώρος θα πρέπει να καλυφθεί.


Πηγή: M. Gannon, LiveScience

Αναδημοσίευση:Ἔρρωσο

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Η τεχνική κατασκευής των βυζαντινών ψηφιδωτών


Στους βυζαντινούς ναούς τα ψηφιδωτά καταλάμβαναν τα ανώτερα τμήματα των τοίχων καθώς και την οροφή, δηλαδή τους θόλους και τον τρούλο, ενώ οι χαμηλότερες επιφάνειες των τοίχων καλύπτονταν από μαρμάρινες πλάκες (ορθομαρμάρωση). Οι ψηφιδωτές παραστάσεις αποτελούν το αποτέλεσμα μακροχρόνιας και επίπονης εργασίας. Οι τεχνίτες έπρεπε να είναι οπλισμένοι με μεγάλη υπομονή, ώστε να αντεπεξέλθουν στο χρονοβόρο έργο της κατασκευής και ακολούθως της τοποθέτησης τεράστιων αριθμών μικρότατων ψηφίδων. Αυτές κατασκευάζονταν, για την ακρίβεια κόβονταν, από ποικίλα υλικά, συχνά ακριβά και σπάνια μάρμαρο και διάφορες άλλες πέτρες με έντονους χρωματισμούς, κεραμίδι και χρωματιστή υαλόμαζα. To γεγονός ότι τα βυζαντινά ψηφιδωτά ήταν μακριά από τα δάπεδα και έτσι δεν κινδύνευαν να φθαρούν από τα πόδια των πιστών, επέτρεψε την εκτεταμένη χρήση γυάλινων ψηφίδων, πράγμα που προσέδιδε αξιοθαύμαστο χρωματικό πλούτο και στιλπνότητα στη διακόσμηση. Βέβαια, όπως διαπιστώσαμε εξετάζοντας την εξαιρετική διακόσμηση του καθολικού της μονής Δαφνίου, η κατεξοχήν αιτία για τη μοναδική λαμπρότητα των βυζαντινών ψηφιδωτών είναι η χρήση χρυσών και αργυρών ψηφίδων. Αυτές οι ψηφίδες χρησιμοποιούνταν για να ποικίλουν πολυτελή ή ιδιαίτερα φωτισμένα ενδύματα, έπιπλα και κτήρια (χρυσοκοντηλιά), αλλά κυρίως για να γεμίσουν το βάθος διαφόρων παραστάσεων. To χρυσό βάθος προσδίδει υπερβατικό-εξωπραγματικό χαρακτήρα στις συνθέσεις και κάνει τις πρωταγωνιστικές μορφές να μοιάζουν άυλες. Οι χρυσές και οι αργυρές ψηφίδες κατασκευάζονταν ως εξής: πάνω σε στρώμα ειδικά επεξεργασμένου γυαλιού άπλωναν κόλλα και ακολούθως λεπτότατο φύλλο χρυσού ή ασημιού. Αυτό με τη σειρά του το κάλυπταν με λεπτό προστατευτικό στρώμα γυαλιού (εφυάλωση). Μετά την κατασκευή και την προσεκτική επιλογή των ψηφίδων, ακολουθούσε η προετοιμασία του τοίχου που θα φιλοξενούσε το ψηφιδωτό. Αρχικά γινόταν στεγανοποίηση με χρήση πίσσας ή ρητίνης, ώστε η πολυτελής παράσταση να προστατευτεί από την υγρασία που θα τραβούσε ο τοίχος. Προκειμένου να συνδεθεί στέρεα το υπόστρωμα των ψηφιδωτών με τον τοίχο, ιδίως σε περιπτώσεις θόλων, κάρφωναν ανά διαστήματα καρφιά με πλατύ κεφάλι, που εξείχαν από τον τοίχο και χώνονταν στο πρώτο στρώμα σοβά του υποστρώματος.

Ο άγιος Βάκχος από το καθολικό της μονής Δαφνίου.

Η παράσταση της Προδοσίας του Ιούδα στον εσωνάρθηκα του καθολικού της μονής.

Η μορφή του απόστολου Πέτρου από την παράσταση της Μεταμόρφωσης στο βορειοδυτικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής.
Συνολικά περνούσαν την επιφάνεια του τοίχου με τρία επάλληλα στρώματα σοβά. To πρώτο ήταν αρκετά χονδρό, καθώς περιείχε ασβέστη, άμμο, θηραϊκή γη και τριμμένο κεραμίδι. To μείγμα αυτό, γνωστό ως υδραυλικό κονίαμα ή κουρασάνι, ήταν εξαιρετικής σκληρότητας και ιδιαίτερα ανθεκτικό στην υγρασία. Ακολουθούσε στρώμα λεπτότερου και καθαρότερου κονιάματος, όπου και γινόταν το προσχέδιο της παράστασης του ψηφιδωτού. Ενίοτε το προσχέδιο σε πολύ γενικές γραμμές γινόταν κατευθείαν στον γυμνό, ασοβάτιστο τοίχο, προκειμένου η διακόσμηση να οργανωθεί αποτελεσματικά σε σχέση με το επιθυμητό εικονογραφικό πρόγραμμα και την αρχιτεκτονική διάταξη των χώρων.
Μετά το δεύτερο στρώμα επιχρίσματος απλωνόταν ένα ακόμα λεπτότερο κονίαμα, πάνω στο οποίο οι υπομονετικοί τεχνίτες έμπηγαν τις ψηφίδες. To τμήμα αυτό της εργασίας ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό, καθώς οι απειράριθμες ψηφίδες έπρεπε να τοποθετηθούν στον επιχρισμένο τοίχο με ανόμοια κλίση, ώστε να έχουν διαφορετική συμπεριφορά στο φως, πολλαπλασιάζοντας τη λάμψη της πολύχρωμης επιφάνειας. Ο λεπτότατος σοβάς απλωνόταν τμηματικά, σε επιφάνειες τόσο περιορισμένες, ώστε να επιτρέπουν στους ψηφοθέτες να προλαβαίνουν να δουλεύουν όσο το επίχρισμα ήταν αρκετά νωπό και οι ψηφίδες κολλούσαν καλά. Έτσι, κάθε μέρα εργασίας (μεροκάματο) ξεκινούσε με την επίστρωση του λεπτότερου σοβά στην επιφάνεια που υπολόγιζαν πως θα ολοκληρωνόταν μέχρι το τέλος της ημέρας. Στα σημεία όπου απαιτούνταν εξαιρετική προσήλωση και λεπτομέρεια, όπως τα κεφάλια των μορφών, χρησιμοποιούνταν η μέθοδος της έμμεσης ψηφοθέτησης: τα σχέδια δουλεύονταν σε οθόνια από λινό πανί που τοποθετούνταν στην κατάλληλη θέση του τοίχου.
Σε αντίθεση με τα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά ψηφιδωτά, που λειαίνονταν εκτενώς μετά την τοποθέτηση της τελευταίας ψηφίδας, η επιφάνεια των βυζαντινών ψηφιδωτών παρέμενε εντελώς ακατέργαστη. Έτσι, η αντανακλαστικότητα των σε διαφορετικές κλίσεις τοποθετημένων ψηφίδων αυξανόταν ακόμα περισσότερο, προσδίδοντας επιπλέον φωτεινότητα στο τελικό αποτέλεσμα.
Πηγή


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...