Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγαμία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγαμία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Γάμος, αγαμία και μοναστική ζωή

Ένα από τα παράδοξα του χριστιανικού ήθους είναι ότι και ο γάμος και η αγαμία, παρ’ όλο που προϋποθέτουν διαφορετική συμπεριφορά στην πράξη, εν τούτοις βασίζονται στην ίδια Θεολογία της Βασιλείας του Θεού και γι’ αυτό και στην ίδια πνευματικότητα.
Η μοναδικότητα του Χριστιανικού γάμου συνίσταται στη μετουσίωση και στη μεταμόρφωση μιας φυσικής ανθρώπινης στοργής ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα, σ’ έναν αιώνιο δεσμό αγάπης, που δεν μπορεί να σπάσει ακόμη και με το θάνατο. Ο γάμος είναι ένα μυστήριο, γιατί σ’ αυτόν η μέλλουσα Βασιλεία του Θεού -ο γάμος του Αρνίου (αποκάλυψη ιθ': 7,9), η πλήρης ένωση Χριστού και Εκκλησίας- προσλαμβάνεται και αναπαρίσταται. Ο χριστιανικός γάμος βρίσκει το τελικό του νόημα όχι στη σαρκική ικανοποίηση, ούτε στην κοινωνική σταθερότητα, ακόμη ούτε σε μια διασφαλιστική διαιώνιση αλλά στο «έσχατον», στην τελική κατάληξη, που ο Κύριος ετοίμασε για τους εκλεκτούς Του.
Τώρα η αγαμία -και ειδικά η μοναχική ζωή- δικαιώνονται στην Αγία Γραφή και την Παράδοση από την ίδια αναφορά στη Μέλλουσα Βασιλεία. Ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Όταν γαρ εκ νεκρών αναστώσιν, ούτε γαμούσι ούτε γαμίζονται, αλλ’ εισίν ως άγγελοι οι εν τοις ουρανοίς» (Μαρκ. ιβ':25). Προφανώς αυτό που θέλει είναι να δώσει έμφαση στο γεγονός, ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν θα είναι πια «σαρκικές». Έτσι η Καινή Διαθήκη επανειλημμένα θεωρεί την αγαμία σαν μια προεικόνιση της «αγγελικής ζωής».
Οι μεγάλες μορφές του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, του Αποστόλου Παύλου και οι «εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες» που αναφέρονται στην αποκάλυψη (ιδ':3-4), προβάλλονται σαν υποδείγματα των αναρίθμητων χριστιανών Αγίων, που έκαναν πράξη την παρθενία για τη δόξα του Θεού. Αναφορές στην άγαμη ζωή είναι πολυάριθμες στα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας, προφανώς σαν μια αντίδραση στη σεξουαλική χαλαρότητα που επικρατούσε στον ειδωλολατρικό κόσμο και ακόμη σαν μια έκφραση της πρωτοχριστιανικής αίσθησης της πέρα απ’ τα όρια του κόσμου τούτου θέσης του Χριστιανισμού. Φαίνεται επί πλέον ότι ο μοναχισμός φάνηκε σε πολλούς σαν η ασφαλής και υψηλότερη λύση των ηθικών προβλημάτων. Παρά αυτήν την υπεροχή του μοναστικού πνεύματος -έκφραση του οποίου είναι και η καθιέρωση της αγαμίας των επισκόπων- η εκκλησία ανένδοτα διατήρησε τη θετική αξία του γάμου. Αναγνωρίζεται επίσης παγκόσμια στο γάμο ο μυστηριακός του χαρακτήρας, ενώ λίγοι μόνο εκκλησιαστικοί συγγραφείς αποδίδουν έναν επίσης μυστηριακό χαρακτήρα στη τελετή της μοναχικής κουράς. Αυτή η θετική αξία του γάμου εκφράζεται θαυμάσια στα αποσπάσματα του Κλήμεντος Αλεξανδρείας, ενός από τους θεμελιωτές της χριστιανικής Θεολογίας (3ος αιώνας) και του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.
Έτσι και τα δύο, γάμος και αγαμία, είναι ευαγγελικοί τρόποι ζωής, προγεύσεις της Βασιλείας, που έχει ήδη αποκαλυφθεί στο πρόσωπο του Χριστού και θα εμφανισθεί δυναμικά στην έσχατη ημέρα. Είναι γι’ αυτό μόνο ο «εν Χριστώ» γάμος επισφραγιζόμενος από τη Θεία Ευχαριστία, και η αγαμία, «εις το όνομα του Χριστού», που μεταφέρουν αυτό το έσχατο λογικό χριστιανικό μήνυμα -όχι ο γάμος, που έγινε με μορφή συμβολαίου ή για μια ικανοποίηση της σάρκας και όχι η αγαμία, που έγινε αποδεκτή σαν αδράνεια ή, στη χειρότερη περίπτωση από εγωισμό και αυτοπροστατευτική απέκδυση ευθυνών. Η εκκλησία ευλογεί τους μοναχούς, τους ασκητές, τους πνευματικούς ανθρώπους, εξίσου με τα χριστιανικά ζευγάρια, αλλά όχι κατ’ ανάγκη τους άγαμους γέρους ή τις γεροντοκόρες.
Όπως ο χριστιανικός γάμος απαιτεί θυσία, υπευθυνότητα στην οικογενειακή δόμηση, αφιέρωση και ωριμότητα, έτσι και η χριστιανική αγαμία είναι αδιανόητη χωρίς προσευχή, νηστεία, υπακοή, ταπείνωση, φιλανθρωπία και σταθερό ασκητικό αγώνα. Δεν είναι ανακάλυψη της σύγχρονης ψυχολογίας το γεγονός ότι η απουσία της σεξουαλικής δραστηριότητας δημιουργεί προβλήματα: Οι Πατέρες της εκκλησίας το ήξεραν πολύ καλά και επεξεργάστηκαν ένα αξιοσημείωτο σύστημα ασκητικών προδιαγραφών -τη βάση όλων των μοναστικών κανόνων- που κάνει την παρθενία πιθανή και απολαυστική. Γνωρίζουν, πολλές φορές καλύτερα από τους σύγχρονους ψυχολόγους, ότι το ανθρώπινο ένστικτο του έρωτα και της αναπαραγωγής δεν είναι απομονωμένο από τα υπόλοιπα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά είναι το κεντρικότερο. Δεν μπορεί να καταπιεστεί παρά μόνο να μεταμορφωθεί, να μετουσιωθεί και να διοχετευτεί σαν αγάπη για το Θεό και τον πλησίον, με την προσευχή, τη νηστεία και την υπακοή στο όνομα του Χριστού.
Μια από τις μεγαλύτερες πηγές των πρόσφατων συγκρούσεων που αφορούν την αγαμία του κλήρου στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, βρίσκεται στο ότι η απαίτηση για αγαμία επιβάλλεται ακόμη, χωρίς όμως πια την πνευματικότητα, που συνήθως υπηρετούσε αυτή στη φυσική της τοποθέτηση, και χωρίς την οποία παρουσιάζεται ανυπόφορη και άχρηστη. Η περισυλλογή, η καθημερινή λειτουργία, ο ειδικός «ιερατικός» τρόπος ζωής σε απομόνωση από τον κόσμο, η ακτημοσύνη, η νηστεία έχουν όλα εγκαταλειφθεί. Ο ιερέας δεν υποβάλλεται σε κανένα ιδιαίτερο περιορισμό στη φυσική ικανοποίηση των επιθυμιών του για φαγητό, ποτό, άνεση και χρήματα και δεν ακολουθεί τώρα πια καμιά πραγματική πειθαρχία σε κάποιο τυπικό προσευχής. Η αγαμία του είναι ακόμη αποστερημένη από την πνευματική της σημασία, η οποία μόνο μπορεί να είναι εσχατολογική -αποσκοπούσα στην «Βασιλεία». Πόσο διαφορετικά από την «Βασιλεία» είναι το συνήθως άνετο πρεσβυτέριο και πόσο αντιδραστική η έκκληση της μοντέρνας θεολογίας για «ανάμειξη στον κόσμο» και «κοινωνική πρόνοια» σαν τις μόνες μορφές με τις όποιες η Βασιλεία του Θεού πρόκειται να αποκαλυφθεί. Μα τότε, γιατί στο καλό, αγαμία;
Αλλά και στην Ορθοδοξία, η αγαμία, που εφαρμόζεται από κάποιον σαν σκαλί για την Αρχιεροσύνη, είναι ασφαλώς, ένας ακόμη χειρότερος πνευματικός κίνδυνος. Ολόκληρη η Παράδοση της εκκλησίας είναι απόλυτα σύμφωνη στη διακήρυξη ότι η αυθεντική παρθενία και μοναχική ζωή, μόνο σε μοναστικά κοινόβια μπορεί να πραγματωθεί. Μόνο ξεχωριστές και ασυνήθιστα ισχυρές προσωπικότητες μπορούν να ασκήσουν μια γεμάτη νόημα αγαμία, αν και ζουν στον κόσμο. Η ταπείνωση είναι προφανώς η μοναδική αρετή, χάρι στην οποία κατορθώνουν και τα βγάζουν πέρα, αλλά, όπως όλοι ξέρουμε κι όπως φαίνεται από μακριά, είναι η δυσκολότερη, και γι’ αυτό η σπανιότερη, των αρετών.
Η μοναστική παράδοση ανέκαθεν αναγνωριζόταν απ’ την Ορθοδοξία, σαν η πιο αυθεντική μαρτυρία του Ευαγγελίου του Χριστού. Όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, όπως οι Μάρτυρες των πρώτων χριστιανικών χρόνων, οι μοναχοί κάνουν το Χριστιανισμό αξιόπιστο. Δείχνοντας ότι κάποιος μπορεί να πορευτεί μια αστραφτερή, ολόχαρη, γεμάτη νόημα ζωή προσευχής και διακονίας, χωρίς να είναι εξαρτημένος από τις «φυσιολογικές συνθήκες» αυτού του κόσμου, έδιναν μια ζωντανή απόδειξη ότι η Βασιλεία του Θεού είναι πράγματι «εν τω μέσω ημών». Η παλινόρθωση μιας τέτοιας παράδοσης μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία μέσα στο μαχητικά εκκοσμικευμένο πλήθος. Ο «ανθρωπισμός», που προφασίζεται σήμερα ότι «ήρθε με τον καιρό», δεν ζητά τη βοήθεια του Χριστιανισμού στις αναζητήσεις του για «ένα καλύτερο κόσμο». Μπορεί πάντως να ξαναστραφεί το ενδιαφέρον προς την Εκκλησία, εάν αυτή είναι σε θέση να διακηρύττει ένα κόσμο όχι μοναχά «καλύτερο» αλλά πραγματικά καινούργιο και διαφορετικό. Αυτό είναι που αναζητούν τόσοι πολλοί νέοι και δυστυχώς ανακαλύπτουν μόνο τους Βουδιστές στην καλύτερη περίπτωση, αλλά ακόμη συνηθέστερα τον ψυχεδελισμό και τόσες άλλες μορφές φυγής προς το… θάνατο.
Οι μοναχοί είναι οι μάρτυρες αυτού του νέου κόσμου. Εάν υπήρχαν περισσότερες αυθεντικές μοναστικές κοινότητες ανάμεσα μας, η μαρτυρία μας θα ήταν πολύ δυνατότερη. Πάντως, η «Καινή εν Χριστώ κτίσις» είναι προσιτή σε όλους μας, σε όλη της την ομορφιά, από τον έρωτα στο γάμο, εφ’ όσον μόνον μαζί με τον Απόστολο Παύλο, το δεχτούμε και το νοιώσουμε «εις Χριστόν και εις την Έκκλησίαν».
(«Γάμος-Μια Ορθόδοξη προοπτική» σ. 63-66, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας)

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ο γάμος, η αγαμία και η αγιότητα



Τί εἶναι ὁ γάμος. Ἱστορικά στοιχεῖα
Χωρίς λεπτομερεῖς προσεγγίσεις τοῦ θέματος, μποροῦμε, μέ ἁπλά λόγια, νά ποῦμε ὅτι · Γάμος εἶναι ἡ ψυχική καί σωματική ἐπικοινωνία καί ἕνωση τοῦ ἄντρα καί τῆς γυναίκας, γιά τήν ἀναγκαία ἀλληλοβοήθεια στό δρόμο τῆς ζωῆς καί τήν ἀπόκτηση ἀπογόνων, ὅταν αὐτό εἶναι ἐφικτό.
Ὁ γάμος, σάν κοινωνικός θεσμός, εἶναι ἀρχαιότατος. Ὅμως, μέσα ἀπό τίς χιλιετίες τῆς ὕπαρξής του, καί μέχρι νά φθάσει στή σημερινή του ὑπόσταση, πέρασε ἀπό διάφορες φάσεις.
Στά πολύ παλιά χρόνια, ἡ ἑνωτική ἐπικοινωνία ἀντρῶν καί γυναικῶν, ἦταν ἐλεύθερη, χωρίς συγγενικούς δεσμούς καί ἀπαγορεύσεις. Καθώς, όμως, περνοῦσαν οἱ ἐποχές καί ἡ αὐτο-γνωσία τῶν ἀνθρώπων ἐξελισσόταν, σέ συνάρτηση πάντοτε μέ τίς κοινωνικές δομές, κάθε τόπου καί φυλῆς, ἄρχισε ὁ γάμος νά ἀποκτάει πιό συγκεκριμένη μορφή, μέ ὑποχρεώσεις καί δεσμεύσεις μεταξύ τῶν συζύγων. Ἔγινε δεσμός ζωῆς μέ διάρκεια στό χρόνο.
Βέβαια ἡ ὑπόσταση τοῦ γάμου, στις ἀνθρώπινες κοινωνίες, δέν εἶναι πάντοτε καί παντοῦ ἡ αὐτή. Οἱ σημαντικώτερες σήμερα διαφορές, παρατηροῦνται σέ κάποιες φυλές τῆς Κεντρικῆς Ἀφρικῆς, τῆς Πολυνησίας καί τῆς Ν. Ἀμερικῆς. Ἐκεί, ἡ ἔγγαμη ζωή τῶν κατοίκων, διατηρεῖ ἀρκετά στοιχεῖα πρωτόγονης συμπεριφορᾶς.
Ὁ γάμος, στις κοινωνίες τῶν Χριστιανῶν, ἀπό τίς πρῶτες δεκαετίες τῆς νέας πίστεως, εἶχε τήν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτό τό λόγο, ἡ Χριστιανική οἰκογένεια διέφερε, σέ ποιότητα ζωῆς, ἀπό κάθε ἄλλη μορφή συμβίωσης.
Ἀπό τόν Θ' αἰῶνα ὁ γάμος ἀναγνωρίστηκε, ἀπό τό Κράτος τῶν Βυζαντινῶν, σάν κοινωνικός θεσμός, ἐνῶ πιό νωρίς εἶχε διαμορφωθεῖ, ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ ἱερολογία τοῦ μυστηρίου πού διατηρεῖται μέχρι σήμερα.
Στούς τελευταίους χρόνους, θεσπίστηκε στήν πατρίδα μας καί ὁ πολιτικός γάμος. Σ᾿ αὐτόν ἀπουσιάζει ἡ Ἐκκλησιαστική ἱερολογία καί, οἱ ἐπιθυμούντες νά ἔρθουν σέ κοινωνία γάμου, δίνουν τή διαβεβαίωση ἐνώπιον τοῦ τοπικοῦ ἐκπροσώπου τῆς Πολιτείας. Ἔτσι οἱ πολίτες, ἀνάλογα μέ τά πιστεύω τους, ἔχουν τήν εὐχέρεια τῆς ἐπιλογῆς τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποίο προτιμοῦν νά ἑνώσουν τή ζωή τους. Ἡ θέσπιση τοῦ πολιτικοῦ γάμου, παρά τίς ἀρχικές ἀντιρρήσεις πολλῶν, ὑπήρξε εὐεργετική, για δύο λόγους. Πρῶτον, γιατί ἀπάλλαξε αὐτούς πού δέν πίστευαν στήν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου, ἀπό τήν ὑποχρέωση νά τελοῦν μιάν ἀκολουθία, γία τήν ὁποία δέν εἶχαν κανένα ἐνδιαφέρον καί δεύτερον, μέ τόν πολιτικό γάμο, ἔπαυσε ὁ ἐμπαιγμός τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου, κατά τήν ὥρα τῆς τελέσεώς του, ἀπό τούς ἀρνητές τῆς ἱερότητάς του.

Προϋποθέσεις τοῦ γάμου
Δυό ἄνθρωποι, γιά νά φτάσουν σέ κοινωνία γάμου, πού μπορεῖ νά δώσει καλές προοπτικές, γιά τή συνέχεια τῆς ζωῆς τους, πρέπει νά ἔχουν κάποιες ἀπαραίτητες προϋποθέσεις.
Μιά πρώτη προϋπόθεση, εἶναι ἡ ψυχική καί σωματική ὑγεία. Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν στερεῖται τῆς ὑγείας, εἶναι δύσκολη. Γίνεται ὅμως δραματική μέσα στήν οἰκογένεια.
Ὅταν ὁ ἕνας ἀπό τούς συζύγους, ἤ πιό πολύ καί οἱ δύο, ἔχουν προβλήματα ὑγείας, τότε ἀνοίγουν μιά πόρτα δυστυχίας γιά τή ζωή τους. Αὐτή ἡ δυστυχία γίνεται πιό μεγάλη ὅταν ἀποκτήσουν παιδιά. Τότε ἀκολουθοῦν δύσκολα χρόνια γιά ὅλη τήν οἰκογένεια.
Συχνά ἔχουμε τό φαινόμενο τῆς ἀπόκρυψης κάποιου σωματικοῦ ἤ ψυχικοῦ ἐλλείματος, ἀπό τόν ἕνα, ἤ καί ἀπό τούς δύο μελλονύμφους, γιά «νά μη χαλάσει ὀ γάμος». Καί ὁ γάμος βέβαια, μέ τήν ἀπόκρυψη τῆς ἀλήθειας, μπορεί νά μή χαλάσει, ὅμως θά χαλάσει ἡ ζωή τῶν μελλονύμφων, ἀπό τό γάμο καί ὕστερα. Αὐτό εἶναι τό τρομερό, γιά ὅλη τήν οἰκογένεια.
Πόσο προτιμώτερο θά ἦταν, νά μή εἶχε γίνει ποτέ ἕνας τέτοιος γάμος. Ἕνας γάμος δυστυχίας.
Δεύτερη προϋπόθεση εἶναι ἡ κατάλληλη ἡλικία τῶν μελλονύμφων. Αὐτή εἶναι ἀναγκαία καί γιά τήν ὑγεία τοῦ σώματος, ἀλλά καί τή νοητική ὡριμότητα.
Σέ παλιούς χρόνους, ὅπως τούς Βυζαντινούς καί μεταγενέστερους, οἱ γονείς πάντρευαν τά παιδιά τους, ἀπό τῆς ἡλικίας τῶν δώδεκα χρόνων γιά τά κορίτσια καί δεκατεσσάρων γιά τά ἀγόρια. Αὐτό γινόταν συχνά καί στήν πατρίδα μας, τά χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, γιά νά τά προφυλάξουν ἀπό τό παιδομάζωμα καί νά ἐξασφαλίσουν, ἀπό τίς ἁρπαχτικές διαθέσεις τῶν Τούρκων, τά περιουσιακά στοιχεία πού ἔγραφαν στό ὄνομά τους.
Στά χρόνια μας, ὁ γάμος στίς μικρές αὐτές ἡλικίες, δέν ἀπαντᾶται, παρά μόνο στούς καταυλισμούς τῶν Ἀθιγγάνων, ὅπου ἡ κοινωνική συμβίωση εἶναι πολύ καθυστερημένη.
Μιά ἄλλη προϋπόθεση, εἶναι ἡ ἐλεύθερη θέληση τοῦ ζεύγους, πού ἔρχεται σέ κοινωνία γάμου.
Ὁ ἀναγκασμός στό γάμο εἶναι πράξη βάρβαρη, πού θά ὁδηγήσει ἀργότερα σέ ἐξελίξεις δυσάρεστες. Συμβαίνει αὐτό, ὅταν, ἀπό τούς μελλονύμφους, λείπει ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη, πού ἀποτελεῖ τό πρῶτο καί κύριο συστατικό τοῦ γάμου καί παραταῦτα ὁ γάμος τελεῖται.
Στήν ἐποχή μας, ἰδιαίτερα, ὁ γάμος χωρίς τήν ἐλεύθερη συγκατάθεση τῶν μελλονύμφων, θά ὁδηγηθεῖ ἀσφαλῶς στή διάλυση σέ σύντομο χρόνο.
Τέλος, καλή προϋπόθεση τοῦ γάμου, ἀποτελεῖ ἡ ὕπαρξη συμφωνίας τῶν ἐνδιαφερομένων, πάνω σέ βασικά θέματα τῆς ζωῆς, ὅπως ἡ ἐργασία, ἡ τεκνογονία, οἱ θρησκευτικές ἀναζητήσεις, ἀκόμη καί ο τόπος κατοικίας. Ὅμως ὁ ἐνθουσιασμός πού πολλές φορές παρατηρεῖται πρό τοῦ γάμου, ὄχι μόνο ἀπό τούς δύο ἐνδιαφερομένους, ἀλλά καί ἀπό τούς συγγενεῖς, ὅταν βέβαια καί αὐτοί συμμετέχουν, κατά κάποιο τρόπο, «γιά νά τελειώνουμε γρήγορα καί ἀργότερα τά πράγματα θά βροῦν τό δρόμο τους», παραβλέπει πολλά, ἀπό τά πιό πάνω βασικά στοιχεῖα, γιά τήν καλή λειτουργία τῆς νέας οἰκογένειας καί ἔτσι, μετά ἀπό κάποιο χρόνο, ἀρχίζουν νά φαίνονται οἱ δύσκολες μέρες, μέ τά γνωστά ἐπακόλουθα.
Σέ περασμένα χρόνια, ὅπου ἡ πρό τοῦ γάμου ἐπικοινωνία τῶν νέων, γιά τήν ἀμοιβαία γνωριμία ἦταν ἀδύνατη, σημαντικό ρόλο γιά τήν κάλυψη αὐτῆς τῆς ἀνάγκης εἶχαν οἱ προξενῆτρες. Στά Βυζαντινά χρόνια τίς ὠνόμαζαν κουρκουσοῦρες.
Τό ἐπάγγελμά τους, ἐπ᾿ ἀμοιβῇ βέβαια, ἦταν νά κάνουν, μέ προξενιό, τούς γάμους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Οἱ προξενητάδες καί οἱ προξενῆτρες, μέσα ἀπό πολλά ψέμματα καί λίγες ἀλήθειες, κανόνιζαν ὅλα τά θέματα τοῦ γάμου, ὅπως τῆς προίκας, τῆς κατοικίας κ.ἄ.
Σήμερα, προηγεῖται τοῦ γάμου, ἡ προσωπική γνωριμία. Σέ ἐλάχιστες περιπτώσεις, ὑπάρχει ἀκόμη καί τό προξενιό, σέ διαφορετικά ὅμως πλαίσια, ἀπό ἐκεῖνα τοῦ παρελθόντος.
Τέλος, στίς μέρες μας λειτουργοῦν καί τά γραφεῖα τῶν συνοικεσίων, πού, μέ ἐπιτυχία πολλές φορές, ἀναλαμβάνουν τό
ρόλο τῶν παλιῶν προξενητάδων.
καλλίτερη, πάντως, πορεία γιά τό γάμο, εἶναι ἡ προσωπική ἐπικοινωνία καί ἀμοιβαία γνωριμία τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐφ᾿ ὅσον αὐτή κρατηθεῖ στό ὕψος τῆς εἰλικρίνειας καί τῆς ἀξιοπρέπειας καί βέβαια ὅταν, καί γιά τούς δύο, ἡ ἡλικία καί οἱ ὑπόλοιπες προσωπικές ἤ καί κάποιες οἰκογενειακές ὑποχρεώσεις δέν ἀποτελοῦν ἐμπόδιο. Διαφορετικά, ἡ προσωπική γνωριμία, ἀντί νά τακτοποιήσει θέματα, θά δημιουργήσει πολλά ἄλλα.
Ἡ περίοδος τῶν ἀρραβώνων πού, παλιότερα ἄρχιζε μέ τήν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος καί συχνά μέ ἱερατική εὐλογία, σήμερα σχεδόν ἔχει ἐκλείψει. Τότε μάλιστα, ὁ ἀρραβώνας, ἐθεωρεῖτο ἰσχυρή ὑπόσχεση γάμου.
Σήμερα δυστυχῶς αὐτές οἱ παραδόσεις τῶν περασμένων ἐποχῶν, θεωροῦνται ἀναχρονιστικές καί περιφρονοῦνται.
Οἱ πρό τοῦ γάμου σχέσεις τῶν νέων εἶναι ἐλεύθερες στίς περισσότερες περιπτώσεις. Ἄν κάποιος τούς ὑπενθυμίσει καί τό γάμο, ἀπαντᾶνε · Ἔ, καί ἄν πατρευτοῦμε, τώρα πιά, τί θά ἀλλάξει στή ζωή μας;
Δυστυχῶς ἡ ἱερότητα τοῦ μυστηρίου στήν ἐποχή μας, ἔχει καταπέσει. Ἡ πιό σπουδαία ὑπόθεση τῆς ζωῆς, μετά τήν ὑγεία, ἔχει φθάσει σχεδόν στα ἀζήτητα. Οἱ νέοι, σέ μεγάλο ποσοστό, δέν ἐνδιαφέρονται γιά γάμο καί οἰκογένεια. Ἄν κάποτε φθάσουν στό γάμο, τόν πιστεύουν σάν ἁπλή σύμβαση, γιά νά περάσουν καλλίτερα, ὅσο καιρό ἐξυπηρετοῦνται ἀπό αὐτόν. Κατόπιν; Πολύ ἁπλό · ἡ διάλυσή του. Δέ γνωρίζουν ὅτι ὁ γάμος καί ἡ οἰκογένεια, ἐκτός ἀπό χαρά καί εὐτυχία, ἔχει καί πολλές πίκρες, πού ἀντιμετωπίζονται μόνο μέ τήν αἴσθηση τοῦ καθήκοντος, ἀπέναντι στήν ἱερότητα αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ. Οἱ νέοι σήμερα, κουράζονται γρήγορα μέσα στό γάμο. Τόν πιστεύουν σάν μια περιπέτεια περίπου σάν τίς ἄλλες καί συχνά σάν βιοποριστική ταχτοποίηση. Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι, πολύ φυσικό, νά ἀπουσιάζει, ἡ ἀπαραίτητη γιά τό γάμο, ἠθική ἐντιμότητα. Ἔτσι πολύ γρήγορα ἀκολουθεῖ ἡ συζυγική ἀπιστία καί βέβαια ἡ διάλυση τῆς οἰκογένειας.

Ἔγγαμος ἤ ἄγαμος ὁ Χριστιανός;
Για τον άληθινό Χριστιανό τά αφορῶντα στό θέμα τοῦ γάμου, ὅπως οἱ σκέψεις, οἱ ἀποφάσεις καί οἱ πράξεις, πρέπει νά πηγάζουν ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καί νά ἀποβλέπουν στήν ψυχική τελείωση καί τόν ἁγιασμό του.
Ὁ Θεόπνευστος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει · «εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε εἴτε τί ποιεῖτε, πάντα πρός δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε». (Α' Κορ. ι, 31).
Ἑπομένως, ἄν τό φαγητό τοῦ Χριστιανοῦ, τό πιοτό καί ὁτιδήποτε ἄλλο, πού τόν ἀφορᾶ, πρέπει νά γίνεται γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ, πόσο μάλλον ἡ ὑπόθεση τοῦ γάμου πού εἶναι ἡ σημαντικότερη ἐπιλογή τῆς ζωῆς; Ὁ γάμος δέν εἶναι ὑποχρεωτικός γιά τούς πιστούς. Ὅμως ὅταν ἀποφασίζεται, ἡ ἱεροτελεστία του εἶναι ὑποχρεωτική, γιατί εἶναι ἁγιαστική, ὅπως καί στα ἄλλα δύο μή ὑποχρεωτικά μυστήρια, δηλαδή στό εὐχέλαιο, καί τήν ἱερωσύνη.
Ὁ πιστός πού ἔρχεται σέ κοινωνία γάμου, ὅταν και ὅπως πρέπει, ἐπιτελεῖ ἔργο Θεοῦ. Καί τοῦτο γιατί, ἀφ᾿ ἑνός μέσα στό γάμο διασφαλίζει τίς προσωπικές του ἀνάγκες, ὅπως αὐτές τοῦ δόθηκαν ἄπό τό Δημιουργό καί ἀφ᾿ ἑτέρου γιατί γίνεται συνεργάτης τοῦ Θεοῦ, συμβάλοντας, μέ τήν τεκνογονία, στή συνέχεια τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Μέσα στό γάμο ὁλοκληρώνεται ὁ ἄνθρωπος καί νιώθει τήν πληρότητα τῆς ζωῆς. Θά λέγαμε ὅτι πλησιάζει ἴσως τόν προορισμό του μέ περισσότερες δυνατότητες.Ἡ οἰκογένεια, ὅταν βαδίζει σωστά, γίνεται μιά μικρή Χριστιανική Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ «κατ᾿ οἶκον Ἐκκλησία» κατά τόν Θεῖο Παῦλο.
Οἱ φωνές τῶν παιδιῶν μέσα στό σπίτι, τά γέλια καί τά κλάματα, δίνουν τό μήνυμα τῆς νέας ζωῆς καί τῆς συνέχειας τοῦ ἀνθρώπινου κόσμου. Μέσα στήν οἰκογένεια θά σφυρηλατηθοῦν οἱ καλοί χαρακτῆρες καί ἀπό αὐτή ἀργότερα θά προκύψουν οἱ ἀληθινοί λειτουργοί τῆς κοινωνικῆς ἀγάπης.
Ἡ ἀγάπη τῶν γονιῶν πρός τά παιδιά, τῶν παιδιῶν πρός τούς γονεῖς καί τῶν ἀδελφῶν μεταξύ τους, θά δώσει στό χαρακτῆρα τῶν νέων ὑπάρξεων τό μέτρο τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἀλήθειας. Τέλος στήν οἰκογένεια, τή σωστή οἰκογένεια, θά μάθουν τά παιδιά νά σέβονται καί να λατρεύουν τό Θεό, πού στό ἑξῆς θά ἀποτελεῖ γι᾿ αὐτά τό καταφύγιο σε κάθε δυσκολία τους.
Ὅμως ὁ γάμος καί ἡ οἰκογένεια δέν εἶναι πάντοτε τό λιμάνι τῆς γαλήνης καί τῆς ἀσφάλειας.
Συχνά γίνεται χῶρος λύπης καί πόνου. Ἀπό τά παλιά χρόνια δυσμενεῖς παράγοντες χτυποῦσαν τήν οἰκογένεια καί   σήμερα τή χτυπᾶνε πιό πολύ.
Δυστυχίες ἀπρόβλεπτες, ὅπως ἀτυχήματα, ἀρρώστιες, ἀπογοητεύσεις, ἀποτυχίες στις προσδοκίες τοῦ γάμου καί πολλά ἄλλα ἐνδεχόμενα, γίνονται καταστάσεις πού πληγώνουν τούς συζύγους και πολλές φορές τά παιδιά.
Ποιός εἶπε ἤ ποιός μπορεῖ να ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ ζωή δικαιοῦται τη συμμετοχή της μόνο στή χαρά καί τήν εὐτυχία; Ποιός μᾶς ἔδωσε ἐγγύηση ὅτι ἄν παντρευτοῦμε ἡ ζωή μας θά κυλάει ἀνέφελη; Παρά ταῦτα, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ἀκολουθήσει μιά πορεία στή ζωή του. Τήν πορεία ἐκείνη πού, πιστεύει ὅτι θά τή βαδίσει με λιγώτερες δοκιμασίες. Ἀπό κεῖ καί πέρα, ὁ θεός ἔχει τό λόγο, γιά ὅ,τι ἤθελε προκύψει. Εἴτε μικρές χαρές καί μικρές λύπες, εἴτε μεγάλες χαρές καί μεγάλες λύπες, ὅλα εἶναι ἐνδεχόμενα καί πρέπει νά τά δεχόμαστε, με ὑπομονή καί ἐμπιστοσύνη στό Θεό γιατί αὐτός τά ἐπιτρέπει.
Σέ κάθε μεγάλη δυσκολία ἄς θυμόμαστε τά λόγια τοῦ Θείου Παύλου · «Ὁ Θεός οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθεῖναι ὑπέρ ὅ δύ-νασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν, τοῦ δύ-νασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν». Δηλαδή ὁ Θεός δέν θά σᾶς ἀφήσει νά πειρασθεῖτε παραπάνω ἀπότίς δυνάμεις σας, ἀλλά, μαζί με τόν πειρασμό, θά φέρει καί τό τέλος τοῦ πειρασμοῦ, γιά μπορεῖτε να τόν ὑποφέρετε. (Α' Κορ. 10, 13).
Δέν πρέπει νά παραλείψουμε, σέ τούτη, τήν ἀναφορά μας, τό μεγαλεῖο τῆς μάνας, μέσα στήν οἰκογένεια. Τῆς μάνας ὅμως τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας. Τῆς μάνας ἐκείνης πού, πάνω ἀπό τόν ἑαυτό της, τοποθετεῖ τά παιδιά καί τόν ἄντρα της. Τῆς μάνας τῆς ἀλήθειας καί τῆς ἀκεραιότητας τοῦ χαρακτήρα. Τῆς ἡρωΐδας, τέλος μάνας, πού, μέσα στό σκοτάδι, βρίσκει τό δύσκολο μονοπάτι, πού θά φέρει στήν οἰκογένεια τή γαλήνη, τή χαρά καί το φῶς τῆς καλλίτερης μέρας.
Ὅταν ἤμουνα μικρό παιδί, κάποτε, εἶχα παρεισφρήσει στό πυκνό ἀκροατήριο κάποιου περιπλανώμενου λαϊκοῦ ἱεραπόστολου. Ἀρνέλλο τόν ἔλεγαν. Μιά φράση του μπῆκε, τό βράδυ ἐκεῖνο, στήν καρδιά μου καί ἀπό τότε μένει ἐκεῖ σάν φυλαχτάρι. Μιλοῦσε γιά τήν ἀγάπη καί τόν πόνο τῆς μάνας γιά τό παιδί της και ἔλεγε · «Ὅσο μετράει, ἀπέναντι στό Θεό, ἕνα καυτό δάκρυ τῆς μάνας, πού κυλάει πάνω στό φλογισμένο, ἀπό τόν πυρετό, μέτωπο τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ της, δέ μετρᾶνε οἱ προσευχές σαράντα μοναζουσῶν». Ἀλλά πρός Θεοῦ, μέ τή φράση αὐτή, δέν ἤθελε νά μειώσει τή μέγιστη ἀποστολή τῶν μοναζουσῶν ἀδελφῶν μας, πού προτίμησαν τή ζωή τῆς παρθενίας, τῆς ὑπακοῆς καί τῆς ἀκτημοσύνης, γιά νά ἔρθουν πιο κοντά στο Θεό. Ὅμως το πονεμένο μεγαλεῖο τῆς γονατιστῆς μάνας, πού προσεύχεται, μέσα στό σκοτάδι τῆς νύχτας, κάτω ἀπό τό τρεμάμενο καντήλι, πού φωτίζει το χλωμό πρόσωπο τῆς Παναγιᾶς Μητέρας, δέ συγκρίνεται μέ κανένα ἄλλο.
Ἄς θυμηθοῦμε πάλι τά λόγια τοῦ Θείου Παύλου · «Ἡ γυνή σωθήσεται διά τῆς τεκνογονίας». (Τιμ. Α', β, 14-15). Ἡ τεκνογονία, ὅταν συνοδεύεται ἀπό σύνεση καί εὐσέβεια, ἁγιάζει τή γυναίκα, γιατί αὐτή εἶναι ἐκείνη πού δίνει τό σώμα καί τήν πνοή σέ νέους ἀνθρώπους καί μέλλοντες οὐρανοπολίτες.
Ἀλλά ἐάν, ὁ ἔγγαμος θεοσεβής βίος τῶν λαϊκῶν, γίνεται ὁ ἐξωνάρθηκας τοῦ ναοῦ τῆς ἁγιότητας, πολύ περισσότερο συμβαίνει αὐτό στήν ἔγγαμη ζωή τῶν κληρικῶν. Καί τοῦτο γιατί, οἱ συνειδητοί ἔγγαμοι ἱερεῖς, φορτώνονται ὄχι μόνο τό βάρος τοῦ γάμου καί τῶν παιδιῶν τους, ἀλλά καί τό φορτίο τῆς ἱερωσύνης, μέ τήν ὁποία γίνονται πνευματικοί πατέρες πλήθους πιστῶν.
Ὁ ἔγγαμος ἱερέας, ὅπως βέβαια καί ο ἄγαμος, ὅταν εἶναι ἀφιλοχρήματος, φιλαλήθης, εὐγενής, ταπεινός καί ἔχει καλοσύνη, γίνεται ἐπίγειος ἄγγελος πού, λειτουργῶντας τά ἅγια μυστήρια, διαμορφώνει τίς ποθητές καθαρές ψυχές.
Ὅμως εἶναι ἀναγκαῖο νά τονιστεῖ ὅτι ἡ ἔγγαμη ἤ ἡ ἄγαμη ζωή, λαϊκῶν καί κληρικῶν, δέ γίνεται ἀφ᾽ ἑαυτῆς πηγήc ἁγιότητας. Συμβάλλει ὅμως στήν ἁγιότητα, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο, πού θά τή βιώσει ὁ Χριστιανός.
Ἑπομένως ὁ γάμος ἤ ἡ ἀγαμία, σάν ἐπιλογή ζωῆς, οὔτε ἀνοίγει οὔτε κλείνει τήν πόρτα τοῦ παραδείσου. Ὁ κάθε Χριστιανός ὀφείλει νά κάνει τήν ἐπιλογή του, ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητες, πού μπορεῖ νά ἀποκομίσει, ἀπό αὐτή ἤ ἐκείνη τήν ἐπιλογή, γιά τήν ἠθική του πορεία. Ἄν λ.χ. νομίζει ὅτι ὁ γάμος τοῦ γίνεται ἐμπόδιο, λόγῳ τῶν φροντίδων, πού δημιουργεῖ ἡ οἰκογένεια, ἄς ἀκολουθήσει τήν ἄγαμη ζωή. Ἄν ὅμως ὁ ἄγαμος βίος τόν φοβίζει, γιά τούς πολλούς πειρασμούς τῆς ζωῆς, ἄς ἀκολουθῆσει τόν ἔγγαμο βίο. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποίο θά ἀσκήσει τήν πνευματική του πορεία, μέσα ἀπό το γάμο ἤ τήν ἀγαμία, αὐτός θά προσδιορίσει τό μέλλον του ἀπέναντι στο Θεό.
Ἡ συμβουλή τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν ἐπί τοῦ θέματος, εἶναι ἡ ἀκόλουθη · «Δίδω γνώμη, σάν ἄνθρωπος πού ἔχω ἐλεηθεῖ ἀπό τόν Κύριο, γιά νά εἶμαι διδάσκαλός σας καί σύμβουλος ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης σας · Εἶναι καλόν εἰς τόν ἄνθρωπον εἴτε ἄνδρας εἶναι, εἴτε γυναίκα, νά μένει ἔτσι δηλαδή ἄγαμος καί παρθένος». (Α' Κορ. ζ', 25-26).
Ὅπως γίνεται φανερό, ὁ Ἀπόστολος προτιμάει τήν ἀγαμία, ὄχι γιατί ἀφ᾽ ἑαυτῆς προάγει τήν ἁγιότητα, ἀλλά ἐπειδή, ὅπως λέει σέ ἄλλο στίχο, δημιουργεῖ λιγώτερες δυσκολίες στή ζωή καί συνεπῶς περισσότερες δυνατότητες γιά τήν ἄσκηση τοῦ ἔργου τῆς ἱεραποστολῆς, τό ὅποίο, πάνω ἀπό κάθε ἄλλο, τόν ἀπασχολοῦσε.
Για τό μεγάλο Ἀπόστολο, ὁ ἐπί γῆς βίος τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἁπλά ὁ ἀνεπανάληπτος προθάλαμος τῆς αἰωνιότητας καί μέ αὐτή τήν ἔννοια τόν ἀξιολογεῖ. Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ οὐρανοπολίτη Παύλου ἔχει μεταφυσική προοπτική. Γι᾽ αὐτό κηρύττει · «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». (Εβρ. ιγ', 14).
Συνεπώς, εἶναι λογικό, ἀφού ὁ στόχος τοῦ ἀνθρώπου, κατά τή διδασκαλία του, εἶναι ἡ μετά τόν φυσικό θάνατο ζωή, νά ἐπιδιώκει τήν ἀπαλλαγή τῆς ἐπίγειας ζωῆς ἀπό τά «βαρύδια» ἐκεῖνα πού καθυστεροῦν τήν προσαρμογή τοῦ ἀνθρώπου στήν πορεία τῆς πνευματικῆς ἐξέλιξης, δηλαδή τήν πρός τό Δημιουργό ὁμοίωσή του. Καί ἐπειδή, ὁ γάμος καί ἡ οἰκογένεια, ἀπαιτοῦν ἕνα μεγάλο μέρος τῆς δυναμικής τοῦ Χριστιανοῦ, τό ὁποίο κατ᾽ ἀνάγκην ἀφαιρεῖται, ἀπό τή δέουσα ἀφοσίωσή του στήν ἄσκηση τῶν ἱεραποστολικῶν ὑποχρεώσεων, εἶναι ἑπόμενο νά προτιμάει τόν ἄγαμο βίο.
Ὁπωσδήποτε κανένας Χριστιανός, λαϊκός ἤ κληρικός, ἄντρας ἤ γυναίκα, δέν μπορεῖ νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του πνευματικά προβεβλημένο, γιά αὐτή ἤ ἐκείνη τήν ἐπιλογή του, τήν ὁποία ἔκαμε ἐλεύθερα, σταθμίζοντας τίς προσωπικές του δυνατότητες καί ἀδυναμίες.
Στην κατηγορία τῶν ἀγάμων Χριστιανῶν ἀνήκουν ὄχι μόνο κληρικοί, ἀλλά καί πολλοί λαϊκοί. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί πού ἔμειναν μόνοι στή ζωή, εἴτε γιά λόγους ὑγείας, εἴτε ἀφοσίωσης στήν ἐπιστήμη, τίς τέχνες κ.λ.π., εἴτε ἐπειδή ἀντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες, πού τούς ἀφαίρεσαν τή δυνατότητα τοῦ γάμου, εἴτε γιά ἄλλους προσωπικούς λόγους, πού παρουσιάζονται στήν καθημερινότητα.
Μερικοί ἀπό τούς λόγους αὐτούς εἶναι οἱ οἰκογενειακές ἀντιρρήσεις, γιά μία συγκεκριμένη ἐπιλογή γάμου, οἱ οἰκονομικές δυσκολίες, οἱ συκοφαντίες, ἡ ἀπιστία σέ μία ὑπόσχεση κ.ἄ.
Βέβαια, ἡ ὁποιαδήποτε ἐπιλογή, δηλαδή τοῦ γάμου ἤ τῆς ἀγαμίας, εἶναι σεβαστή ἀπό τήν Ἐκκλησία, σάν τρόπος ζωῆς, ἀρκεῖ νά μήν ἀντιβαίνει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέ τόν τρόπο πού τήν βιώνει ὁ πιστός.
Εἶναι γνωστό ὅτι στούς χρόνους μας ὁ γάμος,  περνάει βαθιά κρίση. Θεωρεῖται, ἀπό πολλούς, πού δυστυχῶς φέρουν καί τό ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, σάν δέσμευση ζωῆς καί ἑπομένως ἀναχρονισμός. Ἐπιλέγουν τήν ἐλεύθερη συμβίωση ἤ τό λιγώτερο, δέχονται το γάμο, σάν σύμβαση δύο ἀτόμων, πού ἑνώνονται με πολιτικό ἤ ἀκόμη καί Ἐκκλησιαστικό γάμο, ἀλλά πού τόν διαλύουν, ὅποτε τόν βαρεθοῦν ἤ ἀντιμετωπίσουν κάποιες δυσκολίες, ἀντικειμενικά, ὅμως, ἀβάσιμες γία νά δικαιολογήσουν τή διάλυσή του.
Οἱ ἀπερίσκεπτοι αὐτοί ἄνθρωποι, ἐνῶ ἔχουν δημιουργήσει ὁ ἔνας ἀπέναντι στόν ἄλλο εὐθύνες ἰσόβιας συζυγίας καί ἀπέναντι στά παιδιά τους ἀπαράγραπτες ὑποχρεώσεις οἰκογενειακῆς γαλήνης, ἐλαφρᾶ τῆ καρδίᾳ, μέ τό «ἔτσι θέλω» ἐγκληματικά ἐνεργοῦντες καταστρέφουν τήν οἰκογένεια. Πρόκειται περί ἀσυνείδητων ἀνθρώπων, πού θέλησαν νά παίξουν μέ τήν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου καί τήν ἁγιότητα τοῦ ἱεροῦ, πού λέγεται οἰκογένεια.
Συχνά δέν σταματᾶνε ἐδῶ. Προχωρᾶνε ἀκόμη πιό πέρα, σέ ἐπιπολαιότητα καί ἐλαφρότητα σκέψης καί συμπεριφορᾶς. Καυχῶνται γιά τήν πράξη τῆς διάλυσης τοῦ γάμου τους. Ἔτσι περιφέρουν με καμάρι τόν τίτλο τοῦ «χωρισμένου»ἤ πιό συχνά τόν τίτλο τῆς «χωρισμένης» και κυκλοφορούν σάν νά μη συμβαίνει τίποτα. Στον κόσμο τῆς ἐποχῆς μας, τά πάντα ἐπιτρέπονται καί ἀκόμη ἐπαινοῦνται ἀρκεῖ νά μᾶς εὐχαριστοῦν. Ἡ δυστυχία πού ἀκολουθεῖ στή ζωή τῶν ἄλλων, μικρῶν καί μεγάλων, ἀπό τή δική μας ἐλαφρότητα, εἶναι κατάσταση πού δέν ἐνδιαφέρει. Τό ἐγώ καί ἡ λατρεία του, πάνω καί πέρα ἀπό κάθε ἄλλη ἀξία τῆς ζωῆς.

Ἐπιλεγόμενα
Ἀγαπητοί φίλες καί φίλοι, τελειώνοντας, θεωρῶ σκόπιμο νά ἐπισημάνουμε ὅτι, ὁ Χριστιανός, λαϊκός ἤ κληρικός, ἄντρας ἤ γυναίκα, εἴτε ἔγγαμος εἴτε ἄγαμος, ἐργαζόμενος γιά τήν ἁγιότητα, δέν πρέπει ταυτόχρονα νά πιστεύει ὁπωσδήποτε καί στην ἐπί τῆς γῆς εὐτυχία του. Ἄλλωστε ἡ ἁγιότητα δέ συμπορεύεται μέ τήν εὐτυχία, ὅπως συχνά τήν ἐννοοῦμε. Ὁ γάμος καί ἡ ἀγαμία, βέβαια, δίνουν καί χαρές, δίνουν ὅμως περισσότερες πίκρες. Αὐτές εἶναι οἱ προσφορές τοῦ κόσμου τούτου. Πίκρες, εἴτε ἀπό προσωπικά μας λάθη, εἴτε ἀπό κακή συμπεριφορά τῶν συνανθρώπων μας, εἴτε τέλος ἀπό τήν αὐθάδεια τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου τούτου.
Μέ αὐτή τήν ἐπίγνωση, μέσα στήν καθόλου παιδεία τῆς ζωῆς μας, εἶναι ἀναγκαῖο νά πληροφορούμαστε καί τή βεβαιότητα τῶν θλίψεων καί τῶν πόνων, πού θά μᾶς συντροφεύουν ταχτικά. Ἄλλωστε τή ζωή, πού πορεύεται πρός την ἁγιότητα, πρέπει να τή δεχόμαστε σάν καθῆκον καί ποτέ σάν προσμονή ἀπόλαυσης.
Τήν ἀλήθεια αὐτή, μᾶς γνωστοποίησε ὁ Κύριος λέγοντας · «'εν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε · ἀλλά θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμο». (Ιω. ιστ', 33).
Οἱ λίγες χαρές καί οἱ περισσότερες θλίψεις, θά εἶναι οἱ σύντροφοι τῆς ζωῆς μας. Ὅμως καί οἱ χαρές καί οἱ στενοχώριες, φτιάχνουν τό πνευματικό ἐκεῖνο ὑλικό, πού ἐπωφελῶς ἀξιοποιούμενο, προάγει τήν ποθητή ἁγιότητα καί τήν πρός τό Θεό ὁμοίωσή μας.
Δέν πρέπει νά ξεχνάμε, ὅτι ἡ παρούσα ζωή, ἔχει ἕνα βέβαιο τέλος, γιατί «ὁ θάνατος εἶναι ἡ κοινή ἡμῶν μοίρα». Μόλις χθές εἴμαστε παιδιά.
Γιά κοιτάξτε λίγο πίσω. Πιστεύετε ὅτι φέρνετε στούς ὤμους σας τήν ἡλικία σας; Ὅπως κάποτε εἴχαμε μία ἀρχή, ἔτσι θά ἔχουμε καί ἔνα τέλος.
Αὐτό πού μάς χρειάζεται, χωρίς φόβο καί ἀγωνία, εἶναι τό να ζοῦμε τό σήμερα, ἀλλά πάντοτε μέ σύνεση καί ἐμπιστοσύνη στο Θεό. Τό αὔριο εἶναι ἀποκλειστικά δικό Του. Καί τώρα μιά σύσταση. Ἄν κάποια μέρα εἴμαστε πολύ στενοχωρημένοι, ἄς διαβάζουμε τά λόγια τῆς Α' Κορ. Κεφ. ζ' 29-32 τοῦ Θείου Παύλου. Θά ἀνακουφιστοῦμε.
Τέλος ἄν, γιά κάποιους ἀδελφούς, ἡ ζωή αὐτή δεν ἐπιφυλάσσει, τίποτα ἄλλο, ἐκτός ἀπό λύπη καί πόνο, ὑπάρχει καί γι᾿ αὐτούς λυτρωτική προοπτική. Καί αὐτή δέν εἶναι ἄλλη, ἀπό τή βέβαιη ἐλπίδα καί πίστη τῆς Οὐράνιας ἀποκατάστασης, ἀπό τό Δικαιοκρίτη Δημιουργό. Εὐτυχῶς ἡ ζωή δέν τελειώνει ἐδῶ, ἀφοῦ «καινούς οὐρανούς καί γῆν καινήν κατά τό ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β'Πετ γ', 13). 
 ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ


Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

H υποχρεωτική αγαμία του Κλήρου των Καθολικών υπό συζήτηση



Κείμενο Λότσιος Ιωάννης Φωτογραφίες Αρχείο
Έτοιμο να ανοίξει τον διάλογο για το θέμα της αγαμίας του Κλήρου φαίνεται το Βατικανό. Το θέμα έφερε στην επιφάνεια ο νέος ισχυρός άνδρας της Αγίας Έδρας Αρχιεπίσκοπος Pietro Parolin ο οποίος αποτελεί το νούμερο δύο της παπικής ιεραρχίας μετά τον Πάπα.
Ο Parolin δήλωσε ότι η γενική αγαμία του κλήρου, δεν είναι δόγμα και επομένως είναι ανοικτό θέμα προς συζήτηση. Επισήμανε επίσης ότι αυτό αποτελεί μια σημαντική αλλαγή προσέγγισης ως ένα από τα σοβαρά και ακανθώδη προβλήματα που αντιμετωπίζει το Βατικανό.
Είναι γεγονός ότι οι υποψήφιοι κληρικοί έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, σημείωσε. Ο Αρχιεπίσκοπος τόνισε επίσης, ότι η αγαμία δεν είναι θεσμός, αλλά μια βαθιά ριζωμένη ρωμαιοκαθολική παράδοση. Βέβαια γίνεται μια προσπάθεια να διατηρηθεί η αγαμία επίσης, και αυτή η άποψη πρέπει να ληφθεί υπόψη, τόνισε μεταξύ άλλων.
Ερωτηθείς για το θέμα αυτό ο Φεντερίκο Λομπάρντι, εκπρόσωπος Τύπου του Βατικανού, σχολίασε πως οι δηλώσεις του Pietro Parolin, για την αγαμία είναι «σύμφωνες με τις διδασκαλίες της εκκλησίας».  Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας το θέμα της αγαμίας ή μη των υποψηφίων κληρικών ήταν ένα θέμα το οποίο ήταν στην δική τους επιλογή.
Πηγή: dogma.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...