Τότε πού ήμουνα σε μικρή ηλικία, περνούσα με τους δικούς μου τις γιορτές
απάνω σ' ένα θαλασσοδαρμένο βουνό, στην Αγιά Παρασκευή.
Τις περισσότερες ώρες πήγαινα και καθόμουνα μέσα στη μικρή ευωδιασμένη εκκλησιά, όχι μοναχά κατά τις ακολουθίες, αλλά και την ώρα πού δεν ήτανε μέσα κανένας άλλος, παρεκτός από μένα. Διάβαζα τ' αρχαία τροπάρια, και βρισκόμουνα σε μια κατάσταση πού δεν μπορώ να τη μεταδώσω στον άλλον. Προ πάντων ό Ιαμβικός Κανόνας «"Εσωσε λαόν», με κείνες τις παράξενες και μυστηριώδεις λέξεις, μ' έκανε να θαρρώ πώς βρίσκουμαι στις πρώτες μέρες της δημιουργίας, όπως ήτανε πρωτόγονη ή φύση πού μ' έζωνε, ό θεόρατος βράχος πού κρεμότανε απάνω από τη μικρή εκκλησιά, ή θάλασσα, τ' άγρια δέντρα καί τα χορτάρια, οι καθαρές πέτρες, τα ρημονήσια πού φαινόντανε πέρα στο πέλαγο, ό παγωμένος βοριάς πού φυσούσε κ' έκανε να φαίνουνται όλα κατακάθαρα, τ' αρνιά πού βελάζανε, οι τσομπάνηδες ντυμένοι με προβιές, τ' άστρα πού λάμπανε σαν παγωμένες δροσοσταλίδες τη νύχτα!
Όλα τα 'βλεπα μέσ' από τους χριστουγεννιάτικους ύμνους, μέσ' από εκείνα τα αποκαλυπτικά λόγια.
Αλίμονο! Ο Χριστός κατάργησε την προπατορική αμαρτία,πού είχε κάνει τον κόσμο άγριο καί τρελλόν από τη σαρκική ακολασία, ανοίγοντας τη θύρα της λύτρωσης σε όσους θέλουνε να σωθούνε. Μα για κείνους πού δεν ακούνε τα λόγια του και δεν νοιάζουνται για τη σωτηρία της ψυχής τους, ή θύρα αυτή της ευσπλαχνίας είναι και απομένει κλειστεί στον αιώνα.
