Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιορτή της μητέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιορτή της μητέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Για τη μητέρα: Όταν τα λόγια γίνονται πράξεις μέσα σε μία σχολική τάξη



Κι επειδή όταν τα λόγια γίνονται πράξεις αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο μια ιδέα και ένα σύμβολο δείτε εδώ την παρουσίαση για το "Δέντρο που έδινε", όπως την φαντάστηκαν οι μαθητές του Γ 2 του 2ου Δημοτικού Σχολείου Πεύκων με τη δασκάλα τους την κ. Χρ. Γκιούρα.
Πατήστε πάνω στην εικόνα για να δείτε την παρουσίαση

Μια ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη



 

Τότε ὤφθησαν δύο γυναῖκες πόρναι τῷ βασιλεῖ καὶ ἔστησαν ἐνώπιον αὐτοῦ. καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ μία· ἐν ἐμοί, κύριε· ἐγὼ καὶ ἡ γυνὴ αὕτη ᾠκοῦμεν ἐν οἴκῳ ἑνὶ καὶ ἐτέκομεν ἐν τῷ οἴκῳ. καὶ ἐγενήθη ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ τεκούσης μου, ἔτεκε καὶ ἡ γυνὴ αὕτη· καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸ αὐτό, καὶ οὐκ ἔστιν οὐθεὶς μεθ᾿ ἡμῶν πάρεξ ἀμφοτέρων ἡμῶν ἐν τῷ οἴκῳ. καὶ ἀπέθανεν ὁ υἱὸς τῆς γυναικὸς ταύτης τὴν νύκτα, ὡς ἐπεκοιμήθη ἐπ᾿ αὐτόν· καὶ ἀνέστη μέσης τῆς νυκτὸς καὶ ἔλαβε τὸν υἱόν μου ἐκ τῶν ἀγκαλῶν μου καὶ ἐκοίμισεν αὐτὸν ἐν τῷ κόλπῳ αὐτῆς καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν τεθνηκότα ἐκοίμισεν ἐν τῷ κόλπῳ μου.  καὶ ἀνέστην τὸ πρωΐ θηλάσαι τὸν υἱόν μου, καὶ ἐκεῖνος ἦν τεθνηκώς· καὶ ἰδοὺ κατενόησα αὐτὸν πρωΐ, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν ὁ υἱός μου, ὃν ἔτεκον. καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ ἡ ἑτέρα· οὐχί, ἀλλὰ ὁ υἱός μου ὁ ζῶν, ὁ δὲ υἱός σου ὁ τεθνηκώς. καὶ ἐλάλησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς αὐταῖς· σὺ λέγεις· οὗτος ὁ υἱός μου ὁ ζῶν, καὶ ὁ υἱὸς ταύτης ὁ τεθνηκώς. καὶ σὺ λέγεις· οὐχί, ἀλλὰ ὁ υἱός μου ὁ ζῶν, καὶ ὁ υἱός σου ὁ τεθνηκώς. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· λάβετέ μοι μάχαιραν· καὶ προσήνεγκαν τὴν μάχαιραν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· διέλετε τὸ παιδίον τὸ ζῶν τὸ θηλάζον εἰς δύο καὶ δότε τὸ ἥμισυ αὐτοῦ ταύτῃ καὶ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ ταύτῃ. καὶ ἀπεκρίθη ἡ γυνή, ἧς ἦν ὁ υἱὸς ὁ ζῶν, καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα, ὅτι ἐταράχθη ἡ μήτρα αὐτῆς ἐπὶ τῷ υἱῷ αὐτῆς, καὶ εἶπεν· ἐν ἐμοί, κύριε, δότε αὐτῇ τὸ παιδίον καὶ θανάτῳ μὴ θανατώσητε αὐτό· καὶ αὕτη εἶπε· μήτε ἐμοὶ μήτε αὐτῇ ἔστω, διέλετε.  καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπε· δότε τὸ παιδίον τῇ εἰπούσῃ· δότε αὐτῇ αὐτὸ καὶ θανάτῳ μὴ θανατώσητε αὐτό· αὕτη ἡ μήτηρ αὐτοῦ.  καὶ ἤκουσαν πᾶς ᾿Ισραὴλ τὸ κρίμα τοῦτο, ὃ ἔκρινεν ὁ βασιλεύς, καὶ ἐφοβήθησαν ἀπὸ προσώπου τοῦ βασιλέως, ὅτι εἶδον ὅτι φρόνησις Θεοῦ ἐν αὐτῷ τοῦ ποιεῖν δικαίωμα.(Γ΄ Βασιλειών 3:16-22).

   Αφού μελετήσετε το παραπάνω κείμενο καταγράψτε πως παρουσιάζεται η φιγούρα της μάνας.

Έχει αλλάξει κάτι από τότε;

Γνωρίζετε παραδείγματα και άλλων μητέρων είτε από το χώρο της θρησκείας είτε από το χώρο της μυθολογίας που έδειξαν τέτοια αυτοθυσία;


Η μάνα μου δεν έλεγε αλήθεια πάντα...

Η μάνα μου δεν έλεγε αλήθεια πάντα   
                        Abbas Mahmoud al Akkad 
 

Η μάνα μου, μού είπε ψέματα οχτώ φορές

Αυτή η ιστορία ξεκινάει με τη γέννησή μου - ήμουν μοναχογιός μιας οικογένειας πολύ φτωχής.

Δεν είχαμε ούτε τα απαραίτητα για να καλύψουν τις ανάγκες μας…

Όταν καμια φορά βρίσκαμε λίγο ρύζι για φαγητό 

Η μάνα μου, μού έδινε το μερίδιό της και μου έλεγε, ενώ κένωνε

Το πιάτο της στο δικό μου:
Φάε αυτό το ρύζι παιδί μου, εγώ δεν πεινάω…
Αυτό ήταν το πρώτο της ψέμα…
 Όταν μεγάλωσα λίγο, η μάνα μου πήγαινε, αφού τελείωνε με τις δουλειές του σπιτιού,
Στο διπλανό ποτάμι για ψάρεμα, με την ελπίδα να πιάσει ένα ψάρι για να με βοηθήσει
Στην ανάπτυξη του σώματός μου - κι όταν μια φορά έπιασε δύο ψάρια,
Έτρεξε στο σπίτι και ετοίμασε το φαγητό και έβαλε τα δυο ψάρια μπροστά μου
Εγώ άρχισα να τρώω το πρώτο ψάρι κι αυτή έτρωγε ότι περίσσευε από το κρέας και τα αγκάθια,
Η καρδιά μου ράγισε γι` αυτήν, της έβαλα το δεύτερο ψάρι μπροστά της να το φάει
Αυτή όμως μου το επέστρεψε αμέσως λέγοντας:
Φάγε παιδί μου και το δεύτερο ψάρι… δεν το ξέρεις ότι δεν μ` αρέσουν τα ψάρια...


Αυτό ήταν το δεύτερό της ψέμα… 
Όταν μεγάλωσα, έπρεπε να πάω σχολείο, αλλά λεφτά δεν είχαμε γι` αυτό…
Η μάνα πήγε σε έναν έμπορα και έκλεισε μαζί του μια συμφωνία
Να γυρνάει στα σπίτια και να πουλάει τα ρούχα στις γυναίκες.
Ένα βροχερό βράδυ η μάνα μου άργησε στη δουλειά της
Πήγα έξω στους γύρω δρόμους να τη βρω
Την βρήκα να κουβαλάει τα εμπορεύματα και να χτυπάει τις πόρτες
Της φώναξα: μάνα ας επιστρέψουμε στο σπίτι, είναι πολύ αργά και κάνει πολύ κρύο
Μπορείς να συνεχίσεις τη δουλειά το πρωί…
Αυτή χαμογέλασε λέγοντας: μα δεν είμαι κουρασμένη παιδί μου…
Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα…
Μια μέρα είχα τις εξετάσεις του τέλους της χρονιάς, η μάνα μου επέμενε να έρθει μαζί μου...
Εγώ μπήκα στην τάξη, ενώ αυτή με περίμενε στον καυτό ήλιο…
Όταν βγήκα με αγκάλιασε με στοργή και αγάπη και μου έδωσε ευχή για καλή επιτυχία
Μαζί της βρήκα ένα ποτήρι με κρύο χυμό, το ήπια μέχρι που ξεδίψασα..
Παρόλο που η αγκαλιά της μάνας μου ήταν πιο κρύα και πιο ασφαλής.
Ξαφνικά κοίταξα τη μάνα μου και είδα το πρόσωπό της  να ιδρώνει από την πολλή ζέστη,
Αμέσως της έδωσα το ποτήρι λέγοντας: πιες μάνα
Αυτή μου απάντησε: πιες εσύ παιδί μου, εγώ δεν διψάω…
Εκείνο ήταν το τέταρτο ψέμα που μου είπε…
Μετά το θάνατο του πατέρα μου έπρεπε να ζήσει ως χήρα και μάνα
Με όλες τις ευθύνες του σπιτιού,
Τώρα πια έπρεπε αυτή να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες μας.
Η ζωή μας έγινε πιο δύσκολη, υποφέραμε από πείνα,
Ο θείος μου έμενε δίπλα μας, ήταν καλός άνθρωπος, μας βοηθούσε με όσα μπορούσε
Όταν οι γείτονες είδαν την κατάστασή μας, πρότειναν στη μάνα μου να ξαναπαντρευτεί έναν άντρα
Για να μας βοηθήσει, αφού ήταν ακόμα μικρή
Αυτή όμως απέρριψε την ιδέα λέγοντας τους:
Δεν έχω ανάγκη για αγάπη..
Εκείνο ήταν το πέμπτο της ψέμα…
Όταν τελείωσα τις σπουδές μου και αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο, βρήκα μια δουλειά
Αρκετά καλή, και πίστεψα πως είχε έρθει η ώρα η μάνα μου να ξεκουραστεί και να αναλάβω εγώ τα έξοδα του σπιτιού,
Εκείνη τότε δεν είχε τη δυνατότητα να γυρνάει στα σπίτια να πουλάει τα ρούχα,
Οπότε πήγαινε κάθε πρωί λίγα λαχανικά στην αγορά και τα πούλαγε
Όταν δεν ήθελε να εγκαταλείψει τη δουλειά, της αφιέρωσα ένα μερίδιο από το μισθό μου,
Η μάνα μου πάλι δεν πήρε τα λεφτά και μου είπε:
Παιδί μου, κράτησε τα λεφτά σου, εγώ έχω λεφτά που μου φτάνουν…
Ήταν η έκτη φορά που μου είπε ψέματα.
Μαζί με τη δουλειά μου, συνέχισα τις σπουδές ώστε να πάρω και μεταπτυχιακό…
Πέρασα και αυξήθηκε ο μισθός μου,
Η εταιρία στην οποία δούλευα μου έδωσε την ευκαιρία για εργασία στη Γερμανία,
 ένιωσα μεγάλη χαρά.
άρχισα να ονειρεύομαι μια καινούργια και ευτυχισμένη ζωή,
Αφού ταξίδεψα και προετοίμασα το έδαφος,
Επικοινώνησα με τη μάνα μου και την κάλεσα να έρθει να ζήσει μαζί μου.
Αυτή όμως, δεν ήθελε να μ` ενοχλήσει, έτσι μου είπε:
Παιδί μου, εγώ δεν έχω συνηθίσει τη ζωή της πολυτέλειας…
Αυτό ήταν το έβδομο της ψέμα..
Η μάνα μου μεγάλωσε και εμφάνισε καρκίνο,
Έπρεπε να είχε δίπλα της κάποιον για να την φροντίζει,
Μα τι να κάνω που ήμουν πολύ μακριά;
 ’φησα λοιπόν τα πάντα και πήγα να την επισκεφτώ
Στο σπίτι μας την βρήκα καθηλωμένη στο κρεβάτι, αφού είχε εγχειριστεί
Όταν με είδε προσπάθησε να χαμογελάσει
Η καρδιά μου όμως είχε ραγίσει επειδή ήταν πολύ αδύνατη και πολύ αδύναμη,
Δεν ήταν η μάνα μου που ήξερα,
Τα κλάματα έτρεχαν από τα μάτια μου,
Η μάνα μου προσπάθησε να με παρηγορήσει λέγοντας:
Μην κλαις παιδί μου, εγώ δεν πονάω..
Αυτό ήταν το όγδοό της ψέμα,
Κι αφού μου τα `πε αυτά, έκλεισε τα μάτια της και δεν τα άνοιξε ποτέ ξανά… 
 
Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της αγαπημένης Χριστίνας

Η μηλιά που έδινε


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια μηλιά...


Και αγαπούσε ένα αγοράκι.

Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους.

Σκαρφάλωνε στο κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα.



where_do_children_play.jpg



Παίζανε και κρυφτό. Κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.

Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά…πάρα πολύ. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα πέρασαν τα χρόνια.

Και το αγόρι μεγάλωσε. Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.
Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά και η μηλιά του είπε:  «Έλα, Αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου αποκάτω και να’ σαι ευτυχισμένο».

«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι.

«Θέλω ν΄ αγοράσω πράματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»

«Λυπάμαι» είπε η μηλιά, «μα εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα΄χεις λεφτά και θα΄ σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του.

 Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

 Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί… και η μηλιά ήταν λυπημένη.

Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε:«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».

«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. «Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»

«Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο».

Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά-καλά δεν μπορούσε.

«Έλα, Αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις»

«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»

«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά…και να ‘σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη…μα όχι πραγματικά.

  boat_by_martinday.jpg

Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.

«Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω… Δεν έχω μήλα».

«Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.

«Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια…»

«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι.

«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις…»

«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.

«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι… μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι…»

«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».

«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».

Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη...

.... του Σελ Σιλβερστάιν

Άκου μάνα...

Γεννήθηκα στο ραντεβού της νύχτας με τη μέρα
μια ζεστή Αυγουστιάτικη Δευτέρα
(ένα Μαρτιάτικο Σαββάτο)
τα όνειρα ήταν λίγα, τα λόγια ήταν πολλά
και όλοι νιώθανε καλά.
Που το είδος θα κρατήσει και το γλέντι θα αρχίσει
τσάμπα της μάνας μου το δάκρυ είχε κυλήσει
η αγωνία της, ο πόνος, η λαχτάρα
μαζί με τις ευχές και μια κατάρα.

Που άκουσε το άστρο μου και κρύφτηκε στο φως
και από τότε είμαι τόσο μοναχός
και τα γέλια δε κρατάνε, κι οι υποσχέσεις δε μετράνε
και αυτοί που σ' αγαπάνε βλέπεις εύκολα ξεχνάνε.
Και φοβούνται να σταθούν κοντά στο χρόνο
κι από αγάπη δε μοιράζονται τον πόνο
βλέπεις το άστρο το δικό τους φωτίζει εκεί ψηλά
και έτσι όλα πάνε καλά.

Aκου μάνα, για όλους έχει ο Θεός
Κι ίσως το δικό μου άστρο να ναι κάπου εκεί στο φως
Aκου μάνα για όλους έχει ο Θεός.
Και μας χωράει ο ουρανός.

Γι' αυτό και 'γω γυρνάω στο φως και τραγουδάω
έπαψα τις μέρες που περνάν πια να μετράω
μαζεύω τα κομμάτια μου και δεν ελπίζω
σε 'κείνα που με θέλουν πάντα, πίσω να γυρίζω.
Σφίγγω τα δόντια μου και έχω παρηγοριά μου
μόνο το όνειρό μου κι όσο αντέξει η καρδιά μου
θα είμαι εδώ και καλά να το θυμάστε
και αφού δε σέβεστε, θα με φοβάστε.

Γιατί εγώ ζώ μόνο ό,τι αγαπώ
φυλάω το ψέμα μου σε σας μόνο να πω
σ' όλους εσάς με το άστρο εκεί ψηλά
που δήθεν νιώθετε καλά.
Γιατι όλα γύρω σας αλλάζουν
ενώ οι μέρες που περνάνε σας τρομάζουν
μα εγώ μακριά πετάω τώρα τις ευχές
δε θα ξαναζήσω ποτέ μου εγώ το χθές.

Γιατί μάνα τα βρήκα όλα μπροστά μου
ο πόνος μου ζωή και διάλειμμα η χαρά μου
πάντα μάζευα ότι έμενε απ τη στάχτη
μα η τύχη μ' έχει άχτι.

Aκου μάνα, για όλους έχει ο Θεός
Κι ίσως το δικό μου άστρο
να 'ναι κάπου εκεί στο φως.
Aκου μάνα για όλους έχει ο Θεός.
Και μας χωράει ο ουρανός.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...