Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Γιά τόν κυρ-Φώτη Κόντογλου ὁ λόγος...




50 χρόνια από την κοίμησή του-Γιά τόν κυρ-Φώτη Κόντογλου ὁ λόγος...

 Τοῦ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

 από το ιστολόγιο NULA DIES SINE LINEA

 Ἂν καὶ φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Κυδωνιέως Φώτη Κόντογλου, ὑπάρχουν πολλοὶ μελετητὲς ποὺ συνεχίζουν νὰ ἀξιολογοῦν καὶ νὰ ἑρμηνεύουν τὸ ἔργο του, εἴτε αὐτὸ ἀφορᾶ στὴ λογοτεχνική, εἴτε στὴν καλλιτεχνική του παραγωγή, χώρια ἀπὸ τὴ συνεχιζόμενη πολλὲς φορὲς ἀνούσια καὶ ἄκριτη πολεμικὴ εἰς βάρος του. Καὶ ἡ θεώρηση αὐτὴ φαίνεται νὰ μὴν ἔχει τελειωμό. Πενήντα σχεδὸν χρόνια δημιουργικῆς πορείας τοῦ Ἀϊβαλιώτη συγγραφέα καὶ καλλιτέχνη, ποὺ ἄφησαν πολύμορφα λογοτεχνήματα καὶ καλλιτεχνήματα, ἐξακολουθοῦν ἄλλοτε νὰ θαμπώνουν τοὺς μελετητές του κι ἄλλοτε νὰ κάμουν πολλοὺς νὰ ἐπαναλαμβάνουν τὰ ἴδια πράγματα.
Δὲν προτίθεμαι ἐδῶ νὰ ἀπαριθμήσω τὸ τί ἔχει γραφεῖ ὑπὲρ καὶ τί κατὰ τοῦ Κόντογλου. Οὔτε, βέβαια, νὰ κάμω ὁποιαδήποτε συνθηματολογία, ἀκόμη καὶ ὡραιολογία, γύρω ἀπὸ τὸ βίο καὶ τὸ ἔργο του. Αὐτὰ σὲ ὅσους ξέρουν γράμματα καὶ ἔχουν καλὴ σπουδὴ στὴ λογοτεχνία καὶ τὴν τέχνη – καὶ ὄχι μόνο, θέλω νὰ πιστεύω καὶ στὴ θεολογία, μιᾶς κι ὁ Κόντογλου κατέδειξε ὅσο κανεὶς ἄλλος ὅτι ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι οἱ προχειρολογίες ἀρκετῶν διανοουμένων, ἀλλὰ καὶ ῥασοφόρων περὶ ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας, ἀλλὰ κάτι τὸ ἁπτὸ καὶ συγκεκριμένο, ὅπως τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ποὺ γίνεται Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ – εἶναι νομίζω γνωστά.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Φώτης Κόντογλου - Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς

Η πιο φοβερή και η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε.

Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο τον Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια.

Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε έξοικειωμενοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. 

Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πως, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;
Αν λείψει ο Χρόνος θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λυώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν τον νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κ εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τα καλά πού μάς χαροποιούνε, κι όλα τα κακά πού μάς πικραίνουνε. 

Μάς δίνει τη γέννηση, τη γλυκειά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μάς δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά πού μάς ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μάς δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστειες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, πού κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι πού μάς πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας τον θάνατο, σ εμάς και στους δικούς μας.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Φώτης Κόντογλου - Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς

Η πιο φοβερή και η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε.

Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο τον Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια.

Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε έξοικειωμενοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. 
Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πως, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;

Αν λείψει ο Χρόνος θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λυώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν τον νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κ εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τα καλά πού μάς χαροποιούνε, κι όλα τα κακά πού μάς πικραίνουνε. 
Μάς δίνει τη γέννηση, τη γλυκειά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μάς δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά πού μάς ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μάς δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστειες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, πού κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι πού μάς πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας τον θάνατο, σ εμάς και στους δικούς μας.

Ω! ποιός θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη, που μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στο φως και στο σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’ άστρα και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη· και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα και κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο!

Όπως λοιπόν όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε παίγνια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που μας κερνά με το να χέρι του και που ναι γεμάτο γλυκό κρασί, και πίνουμε, και τ’ άλλο ποτήρι που κρατά στ’ άλλο χέρι του και που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι. 
Τι είναι λοιπόν αυτό το σκληρό παιχνίδι πού παίζει μ’ εμάς αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ’ ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής;

Αλλοίμονο! Αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τ’ αλέθει όλα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, και τη φχαριστούμε για όσα μας έκανε πρίν, και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε απ’ αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. 
Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουνε τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούσανε τον Καίσαρα, πριν να σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, ω Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούνε»! Έτσι, κ εμείς, χαιρετάμε τον καινούριο Χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει, και χοροπηδάμε και τραγουδάμε οι δύστυχοι, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου, την ώρα που ψηνόντανε.

Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του Χρόνου, που τον κάνει ν’ ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε απάνω του τούτος ο τύραννος. Μ’ αυτή την άσπαστη αλυσίδα βαστά και τον άνθρωπο, σκλάβο ανήμπορον κάτω από τα πόδια του.

Μόνο μία ελπίδα υπάρχει γι αυτόν, να γλυτώσει από τη φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης της φθοράς. Εκείνος που πάτησε τον θάνατο και που είπε: «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται. Εγώ ειμι ο άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα»!

Ο απόστολος Παύλος, ο κλειδοκράτορας του μυστικού κόσμου, λέγει: «Η κτίσις υποτάχθηκε στη ματαιότητα, άθελά της, με την ελπίδα πως κι αυτή η κτίση θα λευτερωθεί από τη σκλαβιά της φθοράς, στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού. Γιατί γνωρίζουμε, πως όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί μας ως τώρα. Κι όχι μοναχά η κτίση, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αναστενάζουμε, περιμένοντας την υιοθεσία (δηλ. να γίνουμε τέκνα του Θεού), ήγουν να λυτρωθεί το σώμα μας από τη φθορά». Κι αλλού λέγει: «Αν κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα Εκείνου που ανάστησε τον Ιησού, Αυτός που ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματά σας με το άγιον Πνεύμα, που κατοικεί μέσα σας».

Ναι. Μοναχά ο Χριστός, που είναι ο Λόγος του Πατρός και που πήρε απ Αυτόν κάθε εξουσία, θα δώσει την αφθαρσία στους αγαπημένους του, καταργώντας και τον χρόνο και τον τόπο της ύλης, από τον κόσμο της φθοράς. Να, τι λέγει ο άγιος Πέτρος γι αυτή την αλλαγή: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται».

Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένα τα παρακάτω λόγια για τον καινούριο κόσμο της παλιγγενεσίας: «Και νυξ ουκ έσται εκεί, και χρείαν ουκ έχουσι λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων».
Πηγή: Μικρό εορταστικό, Ακρίτας, 2006
Αναδημοσίευση: http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Αγιασμένες μέρες

Η απλότητα της ψυχής του Κόντογλου του επιτρέπει να ζει και να μας περιγράφει την “πνευματική χαρά και την ουράνια αγαλλίαση” των Χριστουγέννων. Ας τον ακούσουμε…
Την πνευματική χαρά και την ουράνια αγαλλίαση που νοιώθει ο χριστιανός από τα Χριστούγεννα, δεν μπορεί να τη νοιώσει, με κανέναν τρόπο, όποιος τα γιορτάζει μοναχά σαν μια συγκινητική  συνήθεια, που είναι δεμένη περισσότερο με τις συνηθισμένες χαρές του κόσμου, με τον χειμώνα, με τα χιόνια, με το ζεστό τζάκι.
Μοναχά ο ορθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τα Χριστούγεννα πνευματικά, κι από την ψυχή του περνάνε αγιασμένα αισθήματα, και τη ζεσταίνουνε με κάποια θέρμη παράδοξη, που έρχεται από έναν άλλο κόσμο, τη θέρμη του Αγίου Πνεύματος, κατά τον αναβαθμό που λέγει:
«Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχή ζωοῦται, καί καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ τριαδικῇ μονάδι, ἱεροκρυφίως.»
Ψυχή και σώμα γιορτάζουν μαζί, ευφραίνουνται με τη θεία ευφροσύνη, που δεν την απογεύεται όποιος βρίσκεται μακριά από τον Χριστό. Ενώ η καρδιά του χριστιανού, αυτές τις αγιασμένες μέρες, είναι γεμάτη από την ευωδία της υμνωδίας, γεμάτη από μια γλυκύτατη πνευματική φωτοχυσία, που σκεπάζει όλη την κτίση, τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάθε βράχο, το κάθε δέντρο, την κάθε πέτρα, το κάθε πλάσμα. Όλα είναι αγιασμένα, όλα γιορτάζουνε, όλα ψέλνουνε, όλα ευφραίνονται, όλη η φύση είναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανείς δεν νοιώθει στην καρδιά του τέτοια χαρά, παρά μονάχα εκείνος που αγαπά τον Θεό και που ζει τις μέρες της ζωής του μαζί με τον Θεό, γιατί κανένας άλλος από τον Θεό δεν μπορεί να δώσει τέτοια χαρά, τέτοια ειρήνη, κατά τον λόγο που είπε ο Κύριος στον Μυστικό Δείπνο: «Τη δική μου την ειρήνη σας δίνω, δεν σας δίνω εγώ την ειρήνη που δίνει ο κόσμος.»
Η χαρά του Χριστού κ’ η ειρήνη είναι αλλιώτικη από τη χαρά κι από την ειρήνη τούτου του κόσμου. Για τούτο ο άνθρωπος που χαίρεται να πηγαίνει στην εκκλησία, για να πιει απ’ αυτή την αθάνατη βρύση της αληθινής χαράς και της ειρήνης, λέγει μαζί με τον Δαβίδ:
«Ἐξαπόστειλον, Κύριε, τό φῶς σου καί τήν ἀλήθειάν σου· αὐτά με ὡδήγησαν καί ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καί εἰς τά σκηνώματά σου· καί εἰσελεύσομαι πρός τό θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρός τόν Θεόν τόν εὐφραίνοντα τήν νεότητά μου.»
Ας γιορτάσουμε λοιπόν κ’ εμείς, αδελφοί μου, τη Γέννηση του Χριστού «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ, ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς», και τότε και τ’ άλλα «προστεθήσεται ἡμῖν», θα μας δοθούνε, ήγουν η χαρά του σπιτιού, της οικογένειας, της φύσης, της συναναστροφής, της αγνής διασκέδασης, γιατί όλα θα τα γλυκαίνει η αγάπη του Χριστού, και θα τα ζεσταίνει η θέρμη Εκείνου που είναι ο ζωοδότης.
Μέγα μάθημα της ταπείνωσης είναι για μας, αδελφοί μου, η Γέννηση του Χριστού. Πού γεννήθηκε; Μέσα σε μια φάτνη, σ’ ένα παχνί να πούμε καλύτερα, για να νοιώσουμε βαθύτερα την ανείπωτη συγκατάβαση του Θεού, γιατί τ’ αρχαία λόγια κάνουνε να φαίνουνται στα μάτια μας πλούσια και τα φτωχά πράγματα. Η μητέρα του, η υπεραγία Θεοτόκος, μακριά από το σπίτι της, ξένη σε ξένον τόπο, πήγε και τον γέννησε μέσα σ’ ένα μαντρί. Το βόδι και το γαϊδούρι τον ζεστάνανε με την ανασαμιά τους. Τσομπάνηδες τον συντροφέψανε. Μαζί με τα νιογέννητα αρνιά λογαριάστηκε ο αμνός του Θεού, που ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο από την κατάρα του Αδάμ. Ποιος άνθρωπος γεννήθηκε με μεγαλύτερη ταπείνωση;
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει, στον Λόγο του για την Ταπεινοφροσύνη, τα παρακάτω εξαίσια λόγια: «Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί μου, και να λαλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης, κ’ είμαι γεμάτος φόβο, σαν εκείνον τον άνθρωπο που ξέρει πως θα μιλήσει για τον Θεό. Γιατί η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητας. Γιατί ο Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος, αυτή ντύθηκε, κ’ ήρθε σε συνάφεια μαζί μας μ’ αυτή, παίρνοντας σώμα σαν το δικό μας. Κι όποιος τη ντύθηκε, αληθινά έγινε όμοιος μ’ Εκείνον, που κατέβηκε από το ύψος Του, και που σκέπασε την αρετή της μεγαλωσύνης Του και τη δόξα Του με την ταπεινοφροσύνη. Κι αυτό έγινε για να μην κατακαεί η κτίση από τη θωριά Του. Γιατί η κτίση δεν μπορούσε να τον κοιτάξει , αν δεν έπαιρνε ένα μέρος απ’ αυτή (το σώμα), κ’ έτσι μίλησε μ’ αυτή. Σκέπασε τη μεγαλωσύνη Του με τη σάρκα, και μ’ αυτή ήρθε σε συνάφεια μαζί μας, με το σώμα που επήρε από την Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία. Ώστε, βλέποντάς τον εμείς πως είναι από το γένος μας και πως μας μιλά σαν άνθρωπος, να μην τρομάξουμε από τη θωριά Του. Γι’ αυτό, όποιος φορέσει τη στολή που φόρεσε ο Κτίστης (δηλαδή την ταπεινοφροσύνη), τον ίδιον τον Χριστό ντύθηκε.»
Η φάτνη είναι η ταπεινή καρδιά, που μοναχά σ’ αυτή πηγαίνει και γεννιέται ο Χριστός.

Η Εκκλησία μας φωτοβολά μέσα στο χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τη Γέννηση του Κυρίου. Από μέσα της ακούγεται μια υπερκόσμια υμνωδία, σαν εκείνη που ψέλνανε οι άγγελοι τη νύχτα που γεννήθηκε ο Κύριος, «ἦχος καθαρός ἑορταζόντων».
Ποιος λαός άλλος, παρεκτός από μας, έχει αυτή την ευλογία; Ποιο άλλο έθνος τέρπεται κ’ ευφραίνεται κι αγιάζεται με τέτοια ουράνια απηχήματα;
Και ποια είναι η αρχαγγελική σάλπιγγα που ακούγεται σήμερα που γεννιέται ο Χριστός; Είναι του Αγίου Κοσμά του Ποιητού. Κι από την άλλη μεριά, ακούγεται μια άλλη γλυκύτατη φωνή, η φωνή του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Δυο κόρδες της ίδιας ουράνιας κιθάρας! Ο Κοσμάς έχει γράψει τον Κανόνα των Χριστουγέννων σε πιο απλή αρχαία γλώσσα, στο πεζό. Ο Δαμασκηνός έχει γράψει τον δεύτερο Κανόνα της ίδιας γιορτής σε πιο αρχαία γλώσσα και σε στίχο ιαμβικόν. Ο ενθουσιασμός του ενός συνταιριάζεται με τη μεγαλοπρέπεια του άλλου.
[…]
Λοιπόν, ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο με χαροποιά δάκρυα, κι ας ψάλουμε με γλυκόφονα στόματα τον επινίκειον ύμνο:
«Ἔθνη τά πρόσθεν τῇ φθορᾷ βεβυσμένα,
ὄλεθρον ἄρδην δυσμενοῦς πεφευγότα,
ὑψοῦτε χεῖρας σύν κρότοις ἐφυμνίοις,
μόνον σέβοντα Χριστόν ὡς εὐεργέτην
ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς συμπαθῶς ἀφιγμένον.»
«Ω έθνη, που είσαστε πριν βουτηγμένα στη φθορά και στον θάνατο, και που ξεφύγατε ολότελα από την καταστροφή του πονηρού διαβόλου, υψώσετε τα χέρια σας με χαρά και με αγαλλίαση, λατρεύοντας μοναχά τον Χριστό, τον ευεργέτη σας, που ήρθε στον κόσμο μας από συμπόνεση, για να μας σώσει.»
Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί η πατρίδα μου

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Ένα οδοιπορικό στη ζωή και το έργο του Φώτη Κόντογλου

Φώτης Κόντογλου
Ο  Κόντογλου γεννήθηκε  στο  Αϊβαλί  της  Μ. Ασίας  στις 8 Νοεμβρίου 1895. Ένα  τόπο  που  δεν  υπήρχαν  εκκλησίες  με  βυζαντινή  ζωγραφική. Ο  πατέρας   του  πέθανε  όταν  ήταν  2 χρονών  και  τον  μεγάλωσε  η  μητέρα  του  με  τη  βοήθεια  του  αδελφού  της  που  ήταν  αρχιμανδρίτης  και  ηγούμενος  στο  μοναστήρι  της  Αγίας  Παρασκευής. Στο  ομώνυμο  χωρίο  πέρασε  όλα  τα  παιδικά  του  χρόνια  μέσα  στη  φύση, δίπλα  στη  θάλασσα  με  παρέα   απλούς  ανθρώπους, ψαράδες  και  βοσκούς. Εκεί  μαθαίνει  τα  πρώτα  του  γράμματα  απο  τα  βιβλία-τροπάρια  της  εκκλησίας  και  η  ζωγραφική  του  είναι  ρεαλιστική. Τελειώνει  στο  Αϊβαλί  το  Γυμνάσιο.
Έργο του 15 χρονου Κόντογλου

Στο  Πολυτεχνείο στην  Αθήνα μπήκε  αμέσως  στη  Γ΄ τάξη. Ζεί  έχοντας  οικονομική  βοήθεια  απο  τον  θείο  του. Σπουδάζει  την  ακαδημαϊκή  τεχνοτροπία  με  καθηγητές (της  «σχολής» του  Μονάχου  που  τον  εντυπωσιάζει  αυτού  του  είδους  η  αισθητική  μορφή, φόρμα και  «ρυθμός») τον  Καλούδη, Γερανιώτη..και  διευθυντή  τον  Ιακωβίδη. Αρχικά  ο  Κόντογλου  κάνει  κάποια  αντίγραφα  και  γράφει  σχετικά: « Δεν  ξεσήκωσα  απλά  τα  ωραία  αυτά  χειροτεχνήματα  παρά  τα  διερμήνευσα».
  Εκεί, στις  καλλιτεχνικές συζητήσεις  κάποιων  καθηγητών  με  μαθητές, ο  Κόντογλου   έδειχνε  τη  προτίμηση  του  στον  ζωγράφο  Βελάσκεθ.   Διακόπτει  τις  σπουδές  του  και  ταξιδεύει  στην  Ευρώπη  δουλεύοντας  παράλληλα  όπου  βρει.

Ζει  στο  Παρίσι   5 χρόνια, όπου  εικονογραφεί  βιβλία  και  περιοδικά. Εκεί έγραψε και το πρώτο του βιβλίο "Pedro Cazas". Γνωρίζει  και  μελετά  τον  Σιμωνίδη, απορρίπτει  την  αφαίρεση  και  τον  κυβισμό (κινήματα  που  γνωρίζει  από  κοντά) και  συμπληρώνει  τη  μόρφωση  του  μελετώντας  τη  τέχνη  των  αρχαίων  του  μεσαιωνικού  ελληνισμού  και  του  στοχασμού. Επισκέπτεται  μουσεία  και  βιβλιοθήκες, ασχολείται  και  με  τη  προσωπογραφία.


Το  1919  επιστρέφει  στο  Αϊβαλί. Εκεί ιδρύει τον πνευματικό σύλλογο "Νέοι άνθρωποι" όπου συμμετείχαν ο Ηλίας Βενέζης και ο Στρατής Δούκας. Διορίζεται στο Παρθεναγωγείο Κυδωνιών όπου διδάσκει γαλλικά και ιστορία τέχνης. Εκδίδει το βιβλίο του "Pedro Cazas"  και  το  1922  με  τη  Μικρασιατική  καταστροφή  έρχεται  πρόσφυγας  στην  Αθήνα. Στις  προσωπογραφίες  του  δεν  χρησιμοποιεί  μόνο  το  σχέδιο  για  την  απόδοση  του  ψυχισμού  του  μοντέλου  του  αλλά  κυρίως  χρησιμοποιεί  το  χρώμα, δημιουργώντας  (για  τα  δεδομένα της  εποχής  που  ενδιέφερε  απλά  η  σκιαγράφιση  ηλικίας, κοινωνικής  τάξης  του  μοντέλου  και  υπήρχε  μια  αδιαφορία  για  τον  ψυχισμό  του  εικονιζόμενου ) μια  πρωτότυπη  έκφραση  προσωπογραφίας.

Στο  Άγιον  Όρος  πηγαίνει  το  1923  και  μένει  για  μήνες. Εκεί, η  επαφή  του  με  τη  βυζαντινή  τέχνη  (κρητικής  σχολής) αποτελεί  σταθμό  στο  έργο  του  και  σε  όλη  τη  ζωή  του. Συγγραφικά  και  εικαστικά  υποστηρίζει  παθιασμένα  την  ανάγκη  δημιουργίας   μιας  ελληνικής  τέχνης  που  κυρίως  να  βασίζεται  στη  βυζαντινή & μεταβυζαντινή  τέχνη.
Σε  αυτή  τη  πρώτη  του  επαφή  στο  Άθω  γράφει: «..δεν  περίμενα  να  βρω  μια  τέχνη  τόσο  τέλεια  μέσα  στις  εκκλησίες των  μοναστηριών. Από  όσα  είχα  διαβάσει  για  τη  βυζαντινή  τέχνη  είχα  την  ιδέα  πως   η  τέχνη  τούτη  είναι  άξια  μικρότερης  προσοχής    από  εκείνη  της  Ιταλικής  Αναγέννησης. Βρίσκονται  στον  Άθω  ζωγραφιές  της  πιο  σπάνιας  τελειότητας.. Καθ' όσο  τουλάχιστον  το  κρίνω  εγώ, είναι  πολύ  σπάνιο  να  τύχει  κανείς  έργα  με  μια  τέτοια  καλλιτεχνική  σοφία  και  γιομάτα  από τόσο  έντονο  ρυθμό..»
Δια χειρός Κόντογλου
Σε  αυτό  το  κείμενο  είναι  φανερή  η  έκπληξη  του  για  τη  βυζαντινή  τέχνη (τη  τέχνη  της  Ορθοδοξίας)  μια  και  ο  Κόντογλου  μέχρι  τότε  είχε  δυτικότροπη  παιδεία. Ο  Κόντογλου όσον  αφορά  τη  δυτική  καλλιτεχνική  πρωτοπορία δεν   την αγνόησε  αλλά  την απέρριψε, αφού  πρώτα  τη  μελέτησε  σε  βάθος. Αισθητικά και  διανοητικά  είχε  ευρωπαϊκή  προσέγγιση. Συναισθηματικά-βιωματικά  όμως  ήταν  εντελώς  διαφορετικά  τα  πράγματα  λόγω  της  ορθόδοξης  παιδικής  αγωγής  του (αρχιμανδρίτη  θείο) και  ζωής  γενικότερα. Το 1925 παντρεύεται την Μαρία Χατζηκαμπούρη και θα μείνουν στην Νέα Ιωνία. Το  1926  ζωγραφίζει  τον   «Μακεδονομάχο». Βυζαντινή  τεχνική & τεχνοτροπία, έλλειψη  προοπτικής, επίπεδη  φόρμα, έντονα  περιγράμματα, σκληρές  πτυχώσεις, ελλειπτικό  τοπίο.

Κόντογλου
Προτιμά  τους  ζωγράφους  επί  τουρκοκρατίας  και  όσους  ανήκουν  στα  πιο  λαϊκά  ρεύματα. Αυτή  του  την  εκτίμηση  θα  τη  διατηρήσει  σε  όλη  του  τη  ζωή. Σε  ένα  έγγραφο  του  το  1933  μιλώντας  για  ένα  ζωγράφο  της  μονής  Καισαριανής  αναφέρεται  σχετικά:
« Τα  έργα  του  έχουν  την  περίεργον  εκείνη  αρχαϊκότητα, όπου  δεν  είναι  μια  απομακρυσμένη  και  νοερή  ανάμνησις  του  κλασικού  κόσμου, αλλά  στοιχείον  ζωντανόν, πηγάζον  απο  τας  αστέρευτους πηγάς  της  λαϊκής  ψυχής. Αυτό  το  φαινόμενο  του  ζωντανού  αρχαϊσμού  είναι  συχνόν  εις  τους  ζωγράφους  τη  Τουρκοκρατίας».
Ο  Κόντογλου  έχει  εμμονή  με  την  αναβίωση  της  βυζαντινής  παράδοσης  που  ίσως  για  κάποιους  να  βγάζει  κάποιον  συντηρητισμό. Δεν  επιτρέπει  την  απώλεια  μνήμης  για  τις  χαμένες  πατρίδες  και  με  τη  τέχνη  του  αυτό  το  υπερασπίζεται  προβάλλοντας ανάλογο  έργο,  με  σκοπό  την  εθνική  συνείδηση  σε  καιρούς  ορθολογισμού (δύση) και  απιστίας. Ο  κόσμος  ως  υψηλό  ιδανικό  του  είχε  τα  δυτικά  πρότυπα  ζωής  σε  σημείο  ίσως  ακόμη  και  δουλικότητας  προς  αυτά. Τί  θα  γινόταν  με  τη  δική  μας  ελληνική  παράδοση;  «Ακόμη  και  το  στήριγμα  του  κόσμου  που  ήταν  για  αιώνες  η  εκκλησία, τώρα  παράπαιε, αφήνοντας  να  μπει  απο  το  παράθυρο  ο  καθολικισμός  και  ο  προτεσταντισμός  που  φοβόταν...Ο  Κόντογλου επαναστάτησε  ελέγχοντας  με  δριμύτητα τους  δεσποτάδες  και  αρχιεπισκόπους  για  την  αλλοίωση  του  πνεύματος  της  ορθοδοξίας, τη  παραχάραξη  της  παράδοσης, τη  φθορά  της  βυζαντινής  μουσικής...» αναφέρει  ο  Τσαρούχης  για  τον  δάσκαλο  του.
"Αρματωλοί και κλέφτες" 1948, δημαρχείο Αθήνας

Ο  Κόντογλου  αγαπούσε  τον  Θεόφιλο  και  τον  Καραγκιόζη. « Η  πολιτεία  θα  κάνει  καλά  να  βάλει  ένα  καραγκιοζοπαίχτη  σε   κάθε  χωριό  για  να  κρατήσει  ψηλά  το  φρόνημα  του  λαού  και  των  παιδιών» έγραφε. Είχε  και  ένα  έργο  του  Θεόφιλου  σπίτι  του.  Ο  Κόντογλου  μας  δείχνει  από  το  έργο  του  (ειδικά  όσον  αφορά  την  αντίληψη  της  φόρμας)  τη  συγγένεια  με  τις  μορφές  της  λαϊκής  τέχνης  και  τον  ψυχισμό  του  λαϊκού  τεχνίτη. Βλέπε  το  έργο  του  «Ο  Μακεδονομάχος», το  πορτρέτο  της  Μαρίας  το  1928  αλλά  και  στα  τελευταία  του  όπως  «Τίμων  ο  μισάνθρωπος».
"Πρόσφυγές"  ή "Η κοιλάδα του Κλαθμώνος"

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...