Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Η έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας και το μάθημα των Θρησκευτικών Τoυ Σταύρου Γιαγκάζογλου

Τoυ Σταύρου Γιαγκάζογλου *

1. Οι θεολογικές καταβολές της ετερότητας



Στην κατεύθυνση ενός εναλλακτικού πολιτιστικού παραδείγματος, η θεολογία του προσώπου, όπως την εξέφρασαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, πέρα από οποιαδήποτε «θρησκευτική» έκπτωση και ιστορική θεσμοποίησή της, κομίζει έναν βαθύτερο λόγο για την ετερότητα που μπορεί να νοηματοδοτήσει και να εμπνεύσει διαλεκτικά έναν σύγχρονο πολιτισμό, ξεπερνώντας κάθε εγκόσμιο ή μεταφυσικό ολοκληρωτισμό. Η έννοια της ετερότητας καθώς αναπτύσσεται στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας αποτελεί μία κατ’ εξοχήν σχεσιακή και αναφορική πραγματικότητα που δεν οχυρώνεται στο ίδιον και στην απόρριψη του διαφορετικού, αλλά αντλεί το νόημα και το είναι ακριβώς από την κοινωνία και σχέση ως κενωτικό άνοιγμα στον Άλλον. Η ετερότητα δεν είναι μια ατομική διεκδίκηση, που θεμελιώνεται στον φόβο του άλλου ή στην προστασία από τον άλλο, μια μειοψηφική έκφραση και διαφορά που επιζητεί την ανεκτικότητα της πλειοψηφίας. Αντίθετα, είναι η αποδοχή του άλλου και η αναίρεση της διαίρεσης μέσα από ένα πλέγμα διαπροσωπικών σχέσεων.
Πρόκειται, κατά βάση, για μια γόνιμη και εμπνευσμένη συνάντηση του ελληνικού και του βιβλικού ιδεώδους, για την αμοιβαία σύνθεση του οντολογικού ερωτήματος με την προσωπική φανέρωση του Αλλότριου μέσα στην κτίση και την ιστορία.

«idées chrétiennes devenues folles» (Gilbert Keith Chesterton (1874-1936), Evdokimov)

Παρά το οξύμωρον του πράγματος, το σύγχρονο ιδεώδες της ετερότητας, αλλά και η αξία και ο σεβασμός της προσωπικότητας του ανθρώπου ή του ατόμου και των δικαιωμάτων του, έχει θεολογικές ρίζες και καταβολές. Η μακρά διαδικασία εκκοσμίκευσης και τελικά περιθωριοποίησης του δυτικού Χριστιανισμού στο πλαίσιο της νεωτερικότητας είχε ως συνέπεια την αυτονόμηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας από την έννοια του προσώπου και την υιοθέτηση μιας αυτόνομης ηθικής. Ο περσοναλισμός του ανθρωπισμού και του υπαρξισμού αντιλαμβάνεται πλέον το πρόσωπο ως μια ενδοκοσμική πραγματικότητα, δίχως οποιαδήποτε μεταφυσική θεμελίωση και αναφορά. Ωστόσο, ο περσοναλισμός αυτός προέκυψε ιστορικά από την αντίληψη του προσώπου ως ατομικής αυτοσυνειδησίας, την οποία εισήγαγε στη δυτική θεολογία ο άγιος Αυγουστίνος και εξέφρασε καταλυτικά ο «τελευταίος Ρωμαίος φιλόσοφος και πρώτος σχολαστικός» Βοήθιος με τον περίφημο ορισμό του: persona est naturae rationabilis individual substantia. Πρόσωπο είναι η ατομική υπόσταση της λογικής φύσεως. Όμως, η αρχική εισαγωγή, σαφώς διαφορετική από την προαναφερθείσα έννοια του προσώπου, έγινε για πρώτη φορά στην ιστορία της σκέψης από τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας. Καθώς επισημαίνει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, «το πρόσωπον ως έννοια και βίωμα είναι γέννημα και θρέμμα της πατερικής θεολογίας», μια ιστορική και υπαρξιακή πραγματικότητα που φαίνεται να μην έλαβε την δέουσα θέση ούτε καν στην ιστορία της φιλοσοφίας. Η θεολογική σκέψη των Ελλήνων Πατέρων όχι μόνο δεν αποτέλεσε τον «τερματητή του φιλοσοφικού διαλόγου», αλλά συνέχισε αδιάκοπα την ανοικτή φιλοσοφική αναζήτηση με ριζικές υπαρξιακές καινοτομίες, που δεν ήταν απλώς μεταφυσικές προτάσεις ή μυστικιστικές αποδράσεις.

Αφετηρία της περί προσώπου θεολογίας είναι η εκφρασμένη βιβλική και πρωτοχριστιανική εμπειρία και πίστη στον Τριαδικό Θεό μέσω της ταυτότητας του Χριστού. Ως απόλυτη υπερβατικότητα, ο Θεός είναι απόλυτα ελεύθερος έναντι οποιασδήποτε λογικής, ηθικής ή κοσμικής αρχής και ανάγκης. Αποκαλύπτεται και ενεργεί στην κοσμική φύση όχι ως απρόσωπη δύναμη, αλλά παρεμβαίνει στην ιστορία των ανθρώπων, γνωρίζεται και αναγνωρίζεται από έμπρακτες προσωπικές σχέσεις μαζί τους.

2. Ο πολιτισμός του προσώπου, μεταξύ ιστορικής εκκρεμότητας και εσχατολογικής πραγματικότητας

Στην καμπή μιας ιστορικής μεταστροφής, η νεώτερη ορθόδοξη θεολογία επανακαλύπτει την πατερική σκέψη και το μακρόπνοο έργο της νεοπατερικής σύνθεσης, αναζητώντας για την εποχή μας το πάντοτε επίκαιρο και υπαρξιακό νόημα της θεολογίας. Η έννοια και η σημασία του προσώπου αποτέλεσε κεντρική συνιστώσα της σύγχρονης ορθόδοξης σκέψης από τον Γεώργιο Φλωρόφσκυ και άλλους ρώσους θεολόγους και στοχαστές. Ωστόσο, τη συστηματική ανάδειξη της οντολογίας του προσώπου στο επίπεδο του σύγχρονου θεολογικού και φιλοσοφικού στοχασμού οφείλουμε στο έργο του Χρήστου Γιανναρά και του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα. Πρόκειται για τους κατ’ εξοχήν εκφραστές μιας ρωμαλέας ερμηνευτικής θεολογίας του προσώπου. Ο Μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζιούλας, ερμηνεύοντας υπαρξιακά το δόγμα της Αγίας Τριάδος και της Χριστολογίας μέσα από την ευχαριστιακή ταυτότητα της Εκκλησίας, χρησιμοποιεί την έννοια του προσώπου ως πρωταρχική θεολογική κατηγορία. Εξετάζοντας δημιουργικά και κριτικά τον νεώτερο δυτικό περσοναλισμό και υπαρξισμό, παρεμβαίνει και πραγματοποιεί μια θεολογική και υπαρξιακή ερμηνεία της βιβλικής και πατερικής σκέψης, απαντώντας στα θεμελιώδη οντολογικά ερωτήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Το πρόβλημα των ορίων της κτιστότητας του ανθρώπου δεν υπερβαίνεται από τη δυνατότητα που κατέχει ήδη η ανθρώπινη φύση ως φυσική εντελέχειά της, αλλά διά του προσώπου ως τρόπου υπάρξεως που έρχεται από την άκτιστη ετερότητα. Η οντολογική έννοια του προσώπου είναι έννοια απόλυτης κατάφασης της παρουσίας, και ενώ βιώνεται «τραγικά» από το κτιστό ως απουσία, μαρτυρεί συγχρόνως ότι υπάρχει αμιγής παρουσία «κάπου» έξω από το κτιστό. Έτσι εξηγείται η επιμονή της Χριστολογίας της Χαλκηδόνας στο ένα πρόσωπο του Χριστού, που είναι το πρόσωπο του Υιού της Τριάδος. Εν τω προσώπω του Χριστού, ο άνθρωπος βιώνει την θέωση, υπερβαίνοντας τα όρια του κτιστού όχι ψυχολογικά ούτε «φυσικά», αλλά διά μέσου ενός προσώπου. Η τοποθέτηση της έννοιας του προσώπου στην άκτιστη ετερότητα του Τριαδικού Θεού επισημαίνει ότι η θεολογία δεν δανείζεται την έννοια του προσώπου από τη φιλοσοφία, για να την εφαρμόσει στον Θεό, αλλά ότι η φιλοσοφία μπορεί να δανεισθεί την έννοια αυτή από τη θεολογία. Ο κρίκος της κοινωνίας ακτίστου Θεού και κτιστού ανθρώπου εκφράζεται «εν προσώπω», ως αντανάκλαση, δηλαδή, της προσωπικής ύπαρξης του Θεού στον άνθρωπο τόσο από τη βιβλική όσο και από την πατερική αντίληψη για το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν». Το ανθρωπολογικό πρόβλημα της οντολογίας του προσώπου εντοπίζεται, εξ άλλου, στην προτεραιότητα και απολυτότητα της ετερότητας σε σχέση με το γενικό, δηλαδή στο πρόβλημα της σχέσης του «ενός» και των «πολλών». Η λύση αυτού του προβλήματος δόθηκε, κατά την πατερική θεολογία, από την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, η οποία αποτελεί πλέον εσχατολογική και εικονολογική πραγματικότητα. Η αλήθεια του προσώπου ως τελική αλήθεια της ύπαρξης είναι εικόνα του μέλλοντος με την έννοια ότι βιώνεται ως διαλεκτική σχέση του εσχατολογικού χαρακτήρα του προσώπου που εισβάλλει στην ιστορία, δίχως να μετατρέπεται σε ιστορία



3. Το ήθος της ελευθερίας στην ορθόδοξη θεολογία

Η ορθόδοξη θεολογία δεν αποτελεί μια μεταφυσική και άσαρκη διδαχή για τη ζωή του κόσμου και του ανθρώπου. Έχοντας στο επίκεντρό της την Οντολογία του προσώπου με καίριες υπαρξιακές συνέπειες, δεν συμμερίζεται τα φιλοσοφικά και θεολογικά συστήματα που τέθηκαν στο περιθώριο από τις ραγδαίες εξελίξεις κατά τη νεωτερική φάση του δυτικού πολιτισμού. Στην εποχή της εκκοσμίκευσης η ορθόδοξη θεολογία κομίζει μια τελείως διαφορετική πρόταση ζωής από εκείνη που κληροδότησε στον σύγχρονο κόσμο η μεσαιωνική θρησκευτική παράδοση της Δύσης.

Η ορθόδοξη Παράδοση ουδέποτε συστηματοποίησε μια ηθική διδασκαλία ως αυτόνομη περιοχή της θεολογίας κατασκευάζοντας νομικά και ηθικολογικά πρότυπα για τον άνθρωπο. Η αντίληψη για μια δικανική σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού δεν συμβιβάζεται με την αλήθεια που εκφράζει η θεολογία, η λατρεία και η ζωή της. Η αλήθεια που μαρτυρεί η θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι η ηθική των αξιών και των κανονιστικών διατάξεων αλλά το ήθος του προσώπου ως κοινός τρόπος υπάρξεως του Θεού και του ανθρώπου. Η πρότασή της για το ήθος του ανθρώπου εκφράζεται στη δυναμική μεταμόρφωση της βιολογικής ατομικότητας σε υπόσταση προσωπικής ύπαρξης. Το ήθος της εκκλησιαστικής εμπειρίας είναι ακριβώς αυτή η διάβαση ζωής από το άτομο στο πρόσωπο. Η ίδια η Εκκλησία συνιστά τον τρόπο της ιστορικής πραγμάτωσης του προσώπου. Πέρα από κάθε κοινωνική συμπεριφορά και συμβατικότητα, η αλήθεια του προσώπου διαφοροποιεί το ήθος της Εκκλησίας και από την ευγενέστερη ηθική σκοπιμότητα.

«Ο άνθρωπος μοιάζει με τα ζώα σε ο,τιδήποτε συνεπάγεται υποταγή σ’ αυτό που του δόθηκε. Οτιδήποτε είναι ελεύθερο από μια τέτοια υποταγή αποτελεί σημάδι της παρουσίας του ανθρώπου. Αυτό μπορεί να οδηγήσει πολύ μακριά, μέχρι την καταστροφή από τον άνθρωπο αυτού που του δόθηκε… Γιατί κανένα ζώο δεν θα μπορούσε να εναντιωθεί στην έμφυτη λογικότητα της φύσεώς του. Ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει αυτό και κάνοντάς το δείχνει ότι το ιδιάζον χαρακτηριστικό του δεν είναι η λογικότητα, αλλά κάτι άλλο: είναι η ελευθερία» (Ζηζιούλας, 1992, σ. 101).

Κάνοντας λόγο για το περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου δόγμα, εντοπίζουμε το στοιχείο τού κατ’ εικόνα Θεού στον άνθρωπο ακριβώς στην ελευθερία του, ως τρόπο υπάρξεως του προσώπου. Ο άκτιστος Τριαδικός Θεός, απόλυτα ελεύθερος στο είναι του, συνιστά ως προσωπική κοινωνία το αρχέτυπο του ανθρώπου. Όμως, ο κτιστός άνθρωπος είναι απόλυτα ελεύθερος; Συνήθως εκλαμβάνουμε την ανθρώπινη ελευθερία ως δυνατότητα επιλογών. Η ύπαρξη του ανθρώπου δεσμεύεται καθοριστικά από την εκ του μη όντος ανάδυσή του στο είναι. Και ο κόσμος μέσα στον οποίο περιορίζεται να ζει είναι και αυτός δεδομένος. Αλλά και η κτιστή ύπαρξή του είναι σχετική και εξαρτημένη, αφού προέρχεται από τον Θεό. Αυτή, λοιπόν, η σχετική και περιορισμένη ελευθερία, ως αμυδρή αντανάκλαση της απόλυτης ελευθερίας του Θεού, αποτελεί το κατ’ εικόνα; Και η δυναμική τάση του ανθρώπου προς το καθ’ ομοίωσιν Θεού, η θέωση, επιτυγχάνεται μέσω αυτής;

Η δραματική αστοχία της πτώσης αλλά και ο μετέπειτα πολιτισμός του προπατορικού αμαρτήματος φανερώνουν τη βαθιά δίψα του ανθρώπου να υπερβεί τα υπαρκτικά του δεδομένα, να κατακτήσει την απόλυτη ελευθερία. Το απόλυτο είναι η πραγμάτωση της ελευθερίας. Διαφορετικά, η ύπαρξη του ανθρώπου καθίσταται τραγική, επιλέγοντας είτε την ανελεύθερη υπακοή και υποταγή στα δεδομένα όριά της είτε τον δρόμο της ανταρσίας και της αυτονόμησης απέναντι στα υπαρκτικά όριά της. Μια τέτοια θεώρηση δικαιώνει απόλυτα όχι μόνο την έννοια της ηθικής ελευθερίας των δυνατοτήτων αλλά και της κανονιστικής ηθικής. Ο Ντοστογιέφσκι διεκτραγωδεί τα αδιέξοδα αυτής της σχετικής ελευθερίας, όταν ο «άθεος» ήρωας Κυρίλοφ διακηρύσσει στους Δαιμονισμένους: «Ο καθένας που θέλει τη γενική ελευθερία πρέπει να τολμά και ν’ αυτοκτονήσει. Εκείνος που αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή του γνώρισε καλά τα μυστικά της απάτης. Πιο πέρα δεν υπάρχει άλλη ελευθερία. Tούτο αποτελεί το παν, δε βρίσκεις τίποτα παραπέρα. Όποιος τολμάει ν’ αυτοκτονήσει γίνεται ο ίδιος θεός. Τώρα ο καθένας μπορεί να ενεργήσει έτσι, που να εξαφανίσει τον Θεό που ξέρουμε και καθετί άλλο» (κεφ. Γ΄, σ. 8). Και ο Wittgenstein, έχοντας υπόψη του τον Ντοστογιέφσκι, επισημαίνει στα σημειωματάριά του: «Αν η αυτοκτονία επιτρέπεται, τότε τα πάντα επιτρέπονται. Αν κάτι απαγορεύεται, τότε η αυτοκτονία απαγορεύεται. Αυτό ρίχνει φως στην ουσία της ηθικής· διότι η αυτοκτονία είναι, τρόπον τινά, το θεμελιώδες αμάρτημα» (Wittgenstein, 2000, σ. 57).

Είναι αμάρτημα το να διψά κάποιος για την απόλυτη ελευθερία; Το να ξεπεράσει όλα τα δεδομένα της ύπαρξής του, να γίνει θεός; Αλλά αυτή η κίνηση του ανθρώπου, το να φτάσει στην απόλυτη ελευθερία, συνιστά την ιδιοσυστασία του ως προσώπου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού (Ζηζιούλας, 1992, σ. 101-112). Η κλήση του Θεού προς τον άνθρωπο περιέχει ακριβώς την πληρότητα και όχι τη σχετικοποίηση της ελευθερίας του. Η ελευθερία του ανθρώπου, όμως, είναι ανάγκη να υπερβεί την κτιστότητα της φύσεώς του, η οποία εξαρχής υπόκειται στον θάνατο και στη φθορά. Η μόνη δυνατότητα υπέρβασης της κτιστότητας είναι η θετική ανταπόκριση του ανθρώπου στην υπαρκτική κλήση του Θεού. Η κοινωνία με τον Θεό, δηλαδή, με τον τρόπο υπάρξεως του Θεού, σώζει τον κτιστό άνθρωπο από τα δεδομένα όρια της ύπαρξής του, αποκαθιστά την ακεραιότητα και πληρότητα του είναι του, δίχως να κινδυνεύει να επιστρέψει στο μηδέν, απ’ όπου αναδύθηκε στην ύπαρξη.

Συνεπώς, ο τρόπος άσκησης του κατ’ εικόνα, δηλαδή της ελευθερίας, έχει αποφασιστική σημασία και δεν συνιστά απλώς μια δικανική συνέπεια που θέτει ηθικά όρια στην υπερβατική ροπή του ανθρώπου. Η υπαρκτική αποτυχία του πρώτου ανθρώπου φωτίζει, έστω και αρνητικά, τη δυναμική της ελευθερίας. Οι πρωτόπλαστοι, «της ψευδούς ορεχθέντες θεώσεως» (Ι. Δαμασκηνός, PG 96, 725Α) θέλησαν να γίνουν θεοί για τον εαυτό τους. Δίχως κοινωνία και σχέση με τον Θεό, ο άνθρωπος αντλεί ζωή από τη φυσική του αυτοτέλεια και αυτονόμηση, δηλαδή από την κτιστή και θνητή φύση του. Όχι μόνο εγκαταλείπει και την υπόλοιπη δημιουργία στην κλειστή αυτάρκεια της κτιστότητας, αντί να οδηγήσει και αυτή στην απελευθέρωση των ορίων της, αλλά την εκλαμβάνει και ως τρόπο της αυτοθέωσης και αυτοϊκανοποίησης. Ο κόσμος γίνεται κτήμα του ανθρώπου, ο οποίος θηρεύει σ’ αυτόν την ηδονή μιας έγκλειστης και τραγικής ελευθερίας. Ο θάνατος και το κακό εισάγεται διά του ανθρώπου στη δημιουργία ως απειλή και εκμηδενισμός κάθε συγκεκριμένης ύπαρξης. Ο άνθρωπος απλώς διαιωνίζει το είδος του μαζί με την επιβίωση της άλογης φύσης και γεύεται ποικιλοτρόπως την τραγικότητα του θανάτου ως πρόσωπο που θέλει αλλά δεν μπορεί να ξεπεράσει τα κτιστά όριά του.

Η Χριστολογία ως διαλεκτική ένωση κτιστού και ακτίστου δείχνει τη θετική υπέρβαση των ορίων του ανθρώπου, την υπέρβαση της νεκρούμενης ζωής, την ιστορική πραγμάτωση της θέωσης. Φανερώνει τις απεριόριστες δυνατότητες του καινού ήθους ως νέου τρόπου υπάρξεως στη δυναμική της κοινωνίας των ανθρώπων με τον Θεό. «Ο Χριστός με το να ενώσει κτιστό και άκτιστο ασυγχύτως και αδιαιρέτως νίκησε το θάνατο με μια νίκη που δεν είναι αναγκαστικό για την ύπαρξη γεγονός, αλλά μια δυνατότητα που κερδίζεται μόνο με την ελευθερία και την αγάπη» (Ζηζιούλας, 1982, σ. 18). Το δόγμα της Χριστολογίας θα ήταν μια μεταφυσική πεποίθηση ή και αφορμή μιας ηθικής διδασκαλίας, αν δεν ήταν η καρδιά και το βίωμα της Εκκλησίας αν δεν σημασιοδοτούσε έναν καινό τρόπο υπάρξεως για τον άνθρωπο και την κτίση ολόκληρη, αν δεν ενσάρκωνε το ήθος της ελευθερίας και της αγάπης.

Η Εκκλησία συγκροτεί μια άλλη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο, τον συνάνθρωπο και τον Θεό, η οποία δεν καθορίζεται από τη βιολογική του ατομικότητα και τη φυσική νομοτέλεια. Ως εκκλησιολογική υπόσταση ο άνθρωπος υπερβαίνει τα συμβατικά προσωπεία του και μετέχει στην υπαρκτική αλήθεια του προσωπικού τρόπου της ύπαρξης. Ό,τι ισχύει για τον Θεό γίνεται τρόπος και περιεχόμενο ζωής για τον άνθρωπο. Η ελευθερία του προσώπου –και όχι η βιολογική ατομικότητα της φύσης– ταυτίζεται με το είναι του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αγαπά ελεύθερα, πέρα από τις βιολογικές αποκλειστικότητες, ελεύθερα και πέρα από οποιεσδήποτε ηθικές και κοινωνικές συμβάσεις, επειδή συνιστά εξαρχής μια νέα υπόσταση. Η εκκλησιαστική υπόσταση εντάσσει τον άνθρωπο σε μια κοινότητα, όπου πραγματοποιεί ένα νέο πλέγμα σχέσεων. Κάθε μέλος της γίνεται Χριστός και Εκκλησία, δηλαδή αγαπητική και κοινωνική ύπαρξη που μάχεται και υπερβαίνει μέσα στην Ιστορία την ατομικότητα, τη φθορά και τον θάνατο.

Το πρόσωπο αποκτά υπόσταση ζωής, δίχως να εκπίπτει στην τραγικότητα του ατόμου, επειδή συνιστά έναν καθολικό τρόπο ύπαρξης. Η καθολικότητα είναι εκείνη η διάσταση της προσωπικής ύπαρξης που υποστασιάζει σε ένα συγκεκριμένο ον την ολότητα και πληρότητα της φύσης. Αυτή η θεώρηση αναδεικνύει κάθε ξεχωριστή ύπαρξη, όχι ως απλή διαίρεση και αριθμητικό επιμερισμό της φύσης, αλλά μοναδική, ανόμοια και ανεπανάληπτη προσωπική ετερότητα, η οποία συγκεφαλαιώνει και ακέραια εκφράζει το όλον της φύσης. Το πρόσωπο υπερβαίνει τη φύση με το να την κάνει να υφίσταται καθολικά.

Συγχρόνως, το πρόσωπο εμπεριέχει τη διάσταση της κοινωνίας, της εκστατικής σχέσης ως ελεύθερη αγάπη. Πέρα από οποιαδήποτε αποκλειστικότητα, το πρόσωπο ανοίγεται ως αγαπητική αυθυπέρβαση της ατομικότητας, το οποίο ενώνεται με άλλα πρόσωπα σε μια αδιάρρηκτη κοινωνία, δίχως να χάνει την ετερότητά του. Μάλιστα, η ιδιάζουσα ταυτότητά του δεν είναι αυτόνομη, αλλά εκπηγάζει ακριβώς από αυτή τη σχέση και κοινωνία. Το πρόσωπο αντλεί το είναι από το γεγονός της κοινωνίας. Η εκστατική φορά τού προσώπου επιτρέπει τη διαλεκτική ενσωμάτωση των πολλών στον ένα Χριστό, κάνει την Εκκλησία Σώμα Χριστού και κάθε μέλος της Εκκλησίας γίνεται ο ίδιος Χριστός και Εκκλησία. Σπουδάζουμε αυτή την αλήθεια του προσώπου, η οποία υπερβαίνει κάθε ατομικότητα, διαίρεση και θάνατο της ύπαρξης, όχι απλώς εννοιολογικά και αφηρημένα, αλλά στη ζωή και την εμπειρία της Εκκλησίας, που είναι η ευχαριστιακή συγκρότησή της σε Σώμα Χριστού. Προσεγγίζουμε, λοιπόν, το ήθος του προσώπου όχι ως απόρροια μιας ηθικής διδασκαλίας, ακόμη και της πιο υψηλής, αλλά στο πλαίσιο μιας κοινότητας που πραγματοποιεί μέσα στην Ιστορία την αλήθεια του προσώπου ως υπαρξιακή συμπεριφορά και στάση ζωής



4. Το σύγχρονο σχολείο και η θρησκευτική αγωγή. Η ανοικτή ταυτότητα της ορθόδοξης παιδείας

Ο αυθεντικός διάλογος θεολογίας και πολιτισμού μπορεί να προσφέρει στη θρησκευτική αγωγή και παιδεία νέες δυνατότητες και νέους ορίζοντες. Στην προοπτική αυτή, βαίνουμε σταδιακά στη συγκρότηση μιας νέας συνθετικής πρότασης για τη φυσιογνωμία του θρησκευτικού μαθήματος που είναι δυνατό να έχει μια σαφέστερη νομιμοποιητική βάση και εμβέλεια. Ο θεολογικός και παιδαγωγικός του χαρακτήρας μπορεί να αναπλαισιωθεί σε εντελώς νέες διευρυμένες βάσεις και αρχές. Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, η θρησκευτική αγωγή στο δημόσιο σχολείο ήταν μια καρικατούρα ηθικολογιών και αφηρημένων μεταφυσικών αφορισμών, η οποία εξέφραζε το ανιστόρητο ιδεολόγημα του λεγόμενου «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», ενώ ο πολιτισμός που σάρκωσε η Ορθοδοξία έμενε απρόσιτος στους μαθητές, έτσι ώστε να μην υποψιάζονται καν ότι υπάρχει μια μεγάλη ιστορική κληρονομιά. Υποστηρικτές αλλά και αρνητές του θρησκευτικού μαθήματος φαίνεται να συμφωνούν ακόμη και σήμερα ότι η θρησκευτική παιδεία ως κατηχητική και ομολογιακή μύηση στο δήθεν υπερβατολογικό βίωμα της χριστιανικής πίστης δεν σχετίζεται καθόλου με τον ζωντανό ορθόδοξο πολιτισμό αυτού του τόπου ούτε ασφαλώς μπορεί με το περιεχόμενο αυτό να διεκδικεί μια ιδιαίτερη θέση στο μορφωτικό πλαίσιο της δημόσιας εκπαίδευσης. Η περίπτωση του θρησκευτικού μαθήματος αναδεικνύει, πάντως, την γενικότερη αδυναμία του νεοελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος να παρέχει, κατά τρόπο ανοικτό ασφαλώς, την παιδεία της ιδιαίτερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς και όχι, απλώς, να μιμείται κακέκτυπα και αναφομοίωτα τα ξένα πρότυπα.

Προς αυτή την κατεύθυνση, το θρησκευτικό μάθημα στη διδακτική πράξη είναι ανάγκη να υπερβαίνει το ψευδοδίλλημα μεταξύ γνώσης και βιώματος και να συνδέεται με το χαρακτήρα της παιδείας και του πολιτισμού, αναδεικνύοντας την καθολική παιδευτική του αξία. Είναι άλλο πράγμα ο εμπειρικός, ποιητικός και γενικότερα λογοτεχνικός λόγος, προσαρμοσμένος μάλιστα παιδοκεντρικά στα ιδιαίτερα στάδια ωρίμανσης των μαθητών, από την πεποίθηση πως το μάθημα των Θρησκευτικών δεν είναι σπουδή και μετάδοση γνώσεων αλλά απλώς πνευματική μύηση, δίχως γνωσιολογικό χαρακτήρα, στο υπερβατικό και εξωλογικό βίωμα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία του, επίσης, είναι ανάγκη να ξεφύγει από τα βαρίδια του παρελθόντος όπως ο ηθικισμός, ο πουριτανισμός, ο παιδαγωγικός διδακτισμός, ο μη διαλογικός χαρακτήρας, ο εθνοκεντρισμός του. Για το σκοπό αυτό απαιτείται να μην έχει ξύλινη γλώσσα, ηθικιστική και κανονιστική εμμονή αλλά, παραμερίζοντας τον οποιοδήποτε κατηχητικό και απολογητικό προσανατολισμό, επιβάλλεται να συνδέεται με τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας, να συναντά με σεβασμό και κατανόηση τον άλλο στο πρόσωπο του ετερόδοξου, του ετερόθρησκου, του αδιάφορου1.

Συνάμα, χρειάζεται να συνδέεται κατάλληλα με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, να είναι κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας. Συνεπώς, δεν πρέπει να στενεύει μονόπλευρα τον ορίζοντά του σε μια εθνοκεντρική ορθοδοξία αλλά να αποτελεί γνώση της ελληνορθόδοξης πολιτιστικής παράδοσης και κληρονομιάς. Ταυτόχρονα, είναι ανάγκη να μην έχει απλώς πληροφοριακό και ενημερωτικό χαρακτήρα αλλά να συζητά διαλεκτικά τα καίρια προβλήματα του κόσμου, του ανθρώπου και της κοινωνίας του στα όρια της ελευθερίας και του αλληλοσεβασμού. Τούτο επιτυγχάνεται δίχως να έχει χειραγωγικό χαρακτήρα, αλλά σεβόμενο κάθε θρησκευτική και πολιτισμική πολυφωνία και ετερότητα. Άλλωστε, ο δογματικός διαποτισμός δεν σχετίζεται με την υπαρξιακή ερμηνεία και κατανόηση των δογμάτων, δηλαδή της πίστης, της ζωής και της λατρείας της Εκκλησίας.

Το θρησκευτικό μάθημα με σαφή τον γνωσιολογικό του χαρακτήρα και απελευθερωμένο από την παλαιά αντίληψη που το ήθελε στενά ομολογιακό, κατηχητικό και ηθοπλαστικό, μπορεί να εμπνέεται από τα μορφωτικά αγαθά της Ορθόδοξης Παράδοσης και του βυζαντινού πολιτισμού. Συνάμα, όμως, επιβάλλεται να έχει ανοικτούς ορίζοντες και να διαλέγεται με τα ζητήματα και τις προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός. Η θεολογική προσέγγιση του πολιτισμού μπορεί να συνεισφέρει γόνιμα και δημιουργικά στην ανάδειξη της σχέσης που έχει ο λόγος και ο τρόπος της Ορθοδοξίας με τον πολιτισμό που σάρκωσε η θεολογία, η λατρεία και η ζωή της Εκκλησίας στην ιστορική της πορεία. Πρόκειται για την Αγία Γραφή ως κοινό αγαθό του ανθρώπινου πολιτισμού, τα πατερικά και λειτουργικά κείμενα, τα μνημεία της βυζαντινής τέχνης ως βασικής συνιστώσας της παράδοσης και της συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού, την εκκλησιαστική ιστορία που περιλαμβάνει και τη γνώση των άλλων μεγάλων χριστιανικών παραδόσεων του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Το θρησκευτικό μάθημα θα πρέπει ακόμη να συμπεριλαμβάνει και τις σύγχρονες μεγάλες θρησκείες του κόσμου στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής προσέγγισης και κατανόησης. Εξάλλου, η διεπιστημονική και διαθεματική προσέγγιση της γνώσης που αποσκοπεί στην καλλιέργεια ενός γνήσιου ανθρωπισμού – με τη διαμόρφωση αξιών, στάσεων, την υπέρβαση των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων και των διακρίσεων, την αποδοχή των διαφορών, την επίλυση των αντιπαλοτήτων, την ανάλυση και συζήτηση μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων – είναι δυνατό να συνδέεται με τις αξίες και την υπαρξιακή στάση που προκύπτει από το ήθος της Ορθόδοξης Παράδοσης.

Η Ορθοδοξία δεν είναι όμως παράδοση μονάχα αλλά και σύγχρονη ζωή. Το θρησκευτικό μάθημα επιβάλλεται να είναι διαρκώς ανοικτό στη σύγχρονη κοινωνία, στη ζωή, στον πολιτισμό, στον κόσμο ολόκληρο. Η πολιτισμική και διαθεματική προσέγγιση της γνώσης είναι δυνατό να προσφέρει μεθοδολογικά και παιδαγωγικά αυτόν τον προσανατολισμό και τη διασύνδεση των γνώσεων του θρησκευτικού μαθήματος με τα άλλα μαθήματα ή γνωστικά αντικείμενα. Επιχειρώντας την πολυπρισματική προσέγγιση της γνώσης και την σύνδεσή της με τη ζωή και την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, η διεπιστημονική και διαπολιτισμική διάσταση παρέχει ευδιάκριτα και συνδυαστικά στο μαθητή τις δυνατότητες οικείωσης των μορφωτικών αγαθών του θρησκευτικού μαθήματος αλλά και στο ίδιο το μάθημα τους ανοικτούς ορίζοντές του καθώς και την μορφωτική, παιδαγωγική και πολιτισμική του ευελιξία.

Το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου

Ιδεολογική και καθεστωτική αντίληψη της θρησκευτικής αγωγής. Η εκκλησιολογική προσέγγιση της κατήχησης. Η παιδαγωγική προσέγγιση και ο ανοικτός και πλουραλιστικός χαρακτήρας της θρησκευτικής αγωγής στην εκπαίδευση. Οι αρχές της διαπολιτισμικής αγωγής. Ο διάλογος ως μέθοδος της θρησκευτικής αγωγής. Οι ανεξάρτητες αρχές και ο νομικός προβληματισμός για το ΜτΘ. Ο προβληματισμός και οι ενστάσεις για τον κατηχητικό χαρακτήρα του ΜτΘ. Κατήχηση και δημόσιος χώρος. Η νομική και φιλοσοφική κατανόηση της θρησκευτικής ελευθερίας. Ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης στο ΜτΘ. Γιατί θρησκειολογικές αναφορές στο νέο ΠΣ. Ύπαρξη της μειονότητας. Απωανατολικά θρησκεύματα. Το ζήτημα και το ιστορικό των απαλλαγών του ΜτΘ.

Η πορεία του ΜτΘ είχε επιτυχή έκβαση όποτε δεν αρκέστηκε στα δεδομένα και διασφαλισμένα, αλλά κινήθηκε με πρόθεση να ανταποκριθεί στα αιτήματα της εποχής του. Στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ού αιώνα το μάθημα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πρόκληση: να ισχυροποιήσει τα εκπαιδευτικά του θεμέλια, να υπερβεί τη μονοφωνία και την όποια ομολογιακή φυσιογνωμία του, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους μαθητές του ελληνικού σχολείου ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους. Οι διδάσκοντες εκπαιδευτικοί το μάθημα των Θρησκευτικών, δάσκαλοι στην πρωτοβάθμια και θεολόγοι στη δευτεροβάθμια, έχουν την ετοιμότητα να αναγνωρίσουν πως αυτό το αίτημα κατά κανένα τρόπο δεν αντιφάσκει προς τη χριστιανική άποψη για την πίστη και την εκπαίδευση. Άλλωστε και στη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία αναγνωρίζεται μια στροφή και μια επέκταση της κεντρικής της εστίασης από την Εκκλησιολογία στη θεολογία του προσώπου και γενικότερα στη χριστιανική Ανθρωπολογία (K. Ware). Οι λόγοι αυτής της θεολογικής «στροφής» σχετίζονται ιδιαίτερα με τους μεγάλους στόχους της σχολικής θρησκ. εκπ/σης.

Πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα: Νέες κατευθύνσεις και νέες απαιτήσεις από τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση

Από την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα σε όλη την Ευρώπη διαπιστώνεται μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση (που έχει ρίζες στην ευρεία κατανόηση της ανθρώπινης ανάπτυξης) της ανάγκης για θρησκευτική και πνευματική διάσταση της εκπαίδευσης. Επιχειρώντας να συνοψίσουμε τα κοινά χαρακτηριστικά των απαιτήσεων και των κατευθύνσεων της θρησκ. εκπ/σης στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, μπορούμε να επισημάνουμε:

  • νέο κίνητρο της ευρωπαϊκής συζήτησης για τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση αναδεικνύεται η επικέντρωση στην κατάσταση του μαθητή και η αποδοχή του «δικαιώματος των παιδιών για θρησκεία» ( Schweitzer 2000).
  • Παρά τις διαφορές στον χαρακτήρα των ευρωπαϊκών ΜτΘ, ως κοινοί στόχοι του ΜτΘ προβάλλουν: α) η ευαισθητοποίηση των μαθητών προς τη θρησκεία και τη θρησκευτική διάσταση της ζωής, β) η αναγνώριση της ποικιλίας των ηθικών διαστάσεων που ανιχνεύονται στις θρησκευτικές εμπειρίες, γ) η γνώση και κατανόηση των θρησκευτικών πιστεύω και εμπειριών (Schreiner, EFTRE, 1998).
  • Παρά την ποικιλία των απόψεων γύρω από το είδος των περιεχομένων των Προγραμμάτων Σπουδών του ΜτΘ, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες το ΜτΘ αναπτύσσεται μέσα σε ένα πλαίσιο σταθερών αξιών όπως η δημοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
  • Στο πλαίσιο της αποδοχής του πλουραλισμού και της πολυπολιτισμικότητας ως αφετηρίας για οποιαδήποτε σοβαρή εκπαιδευτική θεωρία και πρακτική, η θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών καλείται να παίξει ένα σοβαρό ρόλο στη δυνατότητα των μαθητών να διαχειρίζονται υπεύθυνα και δημιουργικά τον πλουραλισμό και τον διάλογο με τον «άλλον» και το «διαφορετικό».
  • Σε κάθε εκδοχή ΜτΘ προϋποτίθεται, πέρα από τη διδασκαλία του Χριστιανισμού και η διευρυμένη γνώση γύρω από τις θρησκείες του κόσμου και τις κοσμοθεωρήσεις (μάθηση γύρω από τις θρησκείες), χωρίς βέβαια η θρησκευτική μάθηση να εξαντλείται στην απλή πληροφόρηση, αλλά να σχετίζεται με την ερμηνεία της θρησκείας από την πλευρά της ζωής.
  • Τα ηθικά ζητήματα και οι αξίες των θρησκειών είναι υλικό για διερεύνηση, μελέτη και στοχασμό και δεν επιβάλλονται αξιωματικά στους μαθητές. Δίδεται προσοχή όχι μόνο στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν, δηλαδή στην ιστορική διάσταση των θρησκειών. Οι θρησκείες εξετάζονται μέσα στο πολιτιστικό τους περιβάλλον και η μελέτη της θρησκευτικής και πολιτιστικής ζωής γίνεται αδιαχώριστα. Επιπλέον, γίνεται αποδεκτό ότι υπάρχουν διαφορές γύρω από τις θρησκείες που δεν είναι δυνατόν να λυθούν.
  • Όσο κι αν αναγνωρίζεται η αυτονομία και προσωπική ανάπτυξη του κάθε μαθητή, ταυτόχρονα αναγνωρίζεται και η σημασία της συνάφειας στην οποία ανήκει (οικογενειακό, φιλικό περιβάλλον, εθνική ή θρησκευτική ομάδα κ.ά.). Στο επίκεντρο της διδασκαλίας βρίσκονται οι θρησκευτικές ιδέες και η πολιτιστική συνάφεια των μαθητών, στοιχεία που χρειάζεται να αναδειχθούν στην τάξη.
  • Ο μαθητής είναι μέρος του ίδιου του γνωστικού αντικειμένου του ΜτΘ. Το δε διδακτικό υλικό δεν «παρέχεται», αλλά προσεγγίζεται ερμηνευτικά, κριτικά, στοχαστικά και διαλογικά, καθώς οι μαθητές αναζητούν απαντήσεις με υπαρξιακό νόημα. Οι προσωπικές εμπειρίες και κατανοήσεις των μαθητών συνδέονται αλληλεπιδραστικά με ζητήματα τοπικά, εθνικά, ευρωπαϊκά, παγκόσμια.
  • Υπογραμμίζεται η ανάγκη να διευρυνθεί η θεώρηση της προσωπικής ανάπτυξης των μαθητών και στη θρησκευτική εκπαίδευσή τους να συμπεριληφθούν διαστάσεις όπως «η αντίσταση στην απανθρωπιά, η πρόσληψη της ευτυχίας, η ικανότητα και η διάθεση αυτογνωσίας, η συνείδηση της ιστορικότητας της ατομικής ύπαρξης, η ενασχόληση με θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα, η αποδοχή της ευθύνης για τον εαυτό και την κοινότητα» (European Ecumenical Commission for Church and Society [EECCS] 1998).
  • Στις ευρωπαϊκές συζητήσεις γύρω από τα θέματα του ΜτΘ υπογραμμίζεται η ανάγκη να γίνει η ανθρώπινη διάσταση της ζωής τμήμα της μαθησιακής διεργασίας, δηλαδή να συμπεριληφθούν ζητήματα γύρω από «την αναζήτηση νοήματος και απαντήσεων πέρα από την ατομική ζωή, την αμαρτία και τη συγχώρεση, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη, την ευθύνη για τη δημιουργία, την ανθρώπινη αναζήτηση του Θεού και τις απαντήσεις των θρησκευτικών παραδόσεων, την ανοχή, τη δημιουργικότητα, την ηθική πράξη, την ευθύνη για την κοινότητα» (Intereuropean Commission on Church and School [ICCS], 1992
  • Αναδεικνύεται η ιδιαίτερη συνεισφορά του ΜτΘ στην διαπολιτισμική εκπαίδευση, καθώς στα όριά του: α) Οι μαθητές διερευνούν τη δική τους αίσθηση ταυτότητας σε σχέση με την προέλευσή τους (τον τόπο, την οικογένειά τους, τη θρησκεία τους), β) αναλύονται στοιχεία των διακρίσεων και του ρατσισμού σε αντιπαράθεση με την πολυπολιτισμικότητα, γ) αναπτύσσοντας οι μαθητές ικανότητες να ακούν τον «άλλον», να διαπραγματεύονται με το διαφορετικό, να κατανοούν κριτικά και να διαμορφώνουν προσωπικές απόψεις και θέσεις καταφέρνουν όχι μόνον να κατανοούν τον ρόλο της κοινωνίας αλλά και να λειτουργούν ως συνειδητοποιημένοι πολίτες.



Η πρόταση του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά (ΜτΘ) παρουσιάζει ένα μάθημα ανοικτό, πλουραλιστικό, που διατηρεί τον γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα που είχε ως τώρα, λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις των καιρών, τις μορφωτικές ανάγκες των σύγχρονων μαθητών και εμπλουτίζεται με περισσότερα στοιχεία για τις χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τις άλλες θρησκείες. Οι «συντεταγμένες» αυτές διαμορφώνουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικού μαθήματος το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στη ζωή και αποτυπώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού του. Ο κάθε μαθητής ή μαθήτρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του ιδιοπροσωπίας, είναι χρήσιμο και πολύτιμο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός κύκλος του μαθήματος. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορθοδοξίας όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός με τις κύριες και βασικές του ομολογίες. Ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή, οι μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ και άλλες θρησκείες που κρίνεται ότι παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον.

Συνεπώς, πρόκειται για ένα διευρυμένο θρησκευτικό μάθημα, το οποίο εξετάζει με ερευνητικό, κριτικό και διαλεκτικό τρόπο τη συνεισφορά στην ιστορία και στον πολιτισμό των μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων, αποβλέποντας στον θρησκευτικό γραμματισμό, αλλά και στην ευαισθητοποίηση και στον αναστοχασμό των μαθητών απέναντι στο δικό τους θρησκευτικό προβληματισμό. Φυσικά, δεν είναι δυνατόν στο Ελληνικό σχολείο να μην είναι κεντρικός ο λόγος της ορθόδοξης θεολογίας και παράδοσης, η οποία, μέσα από το ΜτΘ καλείται να προχωρήσει πιο πέρα και από την νεωτερικότητα και να αποδεχθεί τον πλουραλισμό και την ετερότητα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ταυτόχρονα να μην υποτιμά, συμβιβάζει, πολύ δε περισσότερο να εγκαταλείπει την αυτοσυνειδησία της. Στοιχεία μιας τέτοιας θεολογικής θεώρησης της του διαλόγου των πολιτισμών ως αλληλοσεβασμός, αποδοχή και ειρηνική συνύπαρξη με την θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα μέσα στην Αγία Γραφή και στα πατερικά κείμενα. Απαιτείται σαφώς μία άλλη νοοτροπία και ένας άλλος προσανατολισμός για την αναγνώριση και αξιοποίησή τους. Μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση μπορεί να αναδείξει και να φωτίσει καίριες πτυχές της θεολογίας της ετερότητας. Άλλωστε, η Ορθόδοξη θεολογία από τη φύση της δεν προσπερνά την θρησκευτική ετερότητα, αλλά διαλέγεται με αυτήν, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι προδίδει τον εαυτό της.



Γενικοί σκοποί και προσανατολισμοί του ΜτΘ

Το ΜτΘ εντάσσεται και συμβάλλει με τον ιδιαίτερο γνωστικό και μορφωτικό χαρακτήρα του στο γενικότερο πλαίσιο και σκοπό της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, που δεν είναι άλλος από την ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη καλλιέργεια και ανάπτυξη των μαθητών και την προετοιμασία για την ένταξή τους στην κοινωνία ως ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών.

Στο πλαίσιο αυτό, οι γενικοί σκοποί του ΜτΘ καθορίζονται ως εξής:

  1. Να οικοδομήσει ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο γνώσης και κατανόησης του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας, ως πνευματικής και πολιτισμικής παράδοσης της Ελλάδας και της Ευρώπης αλλά και ως ζωντανής πηγής έμπνευσης, πίστης, ηθικής και νοηματοδότησης για τον κόσμο και τον άνθρωπο, τη ζωή και την ιστορία.
  2. Να παρέχει στους μαθητές ικανοποιητική κατάρτιση για τη φύση και το ρόλο του θρησκευτικού φαινομένου, στο σύνολό του και στις επιμέρους εκφάνσεις του (τις θρησκείες του κόσμου), θεωρώντας τες ως ζωντανή πηγή πίστης, πολιτισμού και ηθικού τρόπου ζωής.
  3. Να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις και να προσφέρει τις ευκαιρίες για να αναπτύξουν οι μαθητές ικανότητες και επάρκειες -αλλά και διαθέσεις και στάσεις- που χαρακτηρίζουν τον θρησκευτικά εγγράμματο άνθρωπο, καλλιεργώντας παράλληλα την ηθική και κοινωνική του ευαισθησία.
  4. Να προάγει τη γνωριμία, την κριτική κατανόηση, τον σεβασμό και τον διάλογο μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις ή δεσμεύσεις πάνω σε ζητήματα πίστης και ηθικού προσανατολισμού.
  5. Να συνεισφέρει στον ελεύθερο και υπεύθυνο αυτοπροσδιορισμό της προσωπικής τους ταυτότητας καθώς και στην ολόπλευρη (θρησκευτική, γνωστική, πνευματική, κοινωνική, ηθική, αισθητική και δημιουργική) ανάπτυξη των μαθητών, μέσα από την αναζήτηση του νοήματος και την υπαρξιακή αναμέτρηση με την πολυπλοκότητα του μυστηρίου της ζωής.

Οι γενικοί αυτοί σκοποί του ΜτΘ μπορούν να εξειδικευτούν στους παρακάτω επιμέρους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς:

  1. την ανάδειξη των οικουμενικών αξιών τόσο του Χριστιανισμού όσο και των άλλων θρησκειών του κόσμου
  2. τη διερεύνηση πτυχών και όψεων της τοπικής θρησκευτικής ιστορίας και παράδοσης, με στόχο τη γνώση, τη διαφύλαξη και την ανανέωση της τοπικής πολιτισμικής κληρονομιάς
  3. την ερμηνευτική και κριτική κατανόηση των δογματικών, λατρευτικών, υπαρξιακών και πολιτισμικών εκφράσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, των άλλων μεγάλων χριστιανικών ομολογιών, καθώς και άλλων θρησκευμάτων
  4. την προσέγγιση της θρησκευτικής πίστης γενικότερα και του Χριστιανισμού ιδιαίτερα με πολλαπλά κριτήρια (πολιτισμικά, ηθικά, κοινωνικά, ιστορικά, προσωπικά, θεολογικά)
  5. την αποκωδικοποίηση του θρησκευτικού υποβάθρου των πολιτισμικών παραδόσεων και την αναγνώριση των θρησκευτικών διαστάσεων του σύγχρονου πολιτισμού
  6. την κατανόηση των αξιών αλλά και των αρνητικών ή επικίνδυνων εκφράσεων των θρησκειών, που αυτές εμπεριέχουν, διατηρούν ή υποβάλλουν
  7. την κατανόηση της εποχής και των αναγκών της και τη μεθερμηνεία του θεολογικού λόγου στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες
  8. τον προβληματισμό και την ευαισθητοποίηση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα της εποχής, τα υπαρξιακά ερωτήματα και τα ηθικά διλήμματα του ανθρώπου
  9. τον σεβασμό του δικαιώματος κάθε ανθρώπου στη θρησκευτική ελευθερία, στην αναζήτηση και στον θρησκευτικό αυτοπροσδιορισμό
  10. την αναγνώριση και τον σεβασμό στην ιδιαίτερη θρησκευτική και πολιτιστική προέλευση και συνάφεια κάθε μαθητή
  11. την ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης και τον σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον
  12. την ανθρωπιστική προσέγγιση της θρησκευτικής μάθησης, με την παράλληλη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία
  13. την ανάδειξη του ολιστικού και μεταμορφωτικού χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης
  14. τη θεμελίωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης σε στέρεες παιδαγωγικές θεωρήσεις και σε συνεχή ενημέρωση και διάλογο με τις σύγχρονες φιλοσοφικές αντιλήψεις περί γνώσης
  15. τη συνεισφορά του ΜτΘ στη διαμόρφωση μαθητών που αναπτύσσουν θετική στάση προς τη μάθηση, εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και ευθύνη για τον κόσμο.

Όπως γίνεται φανερό, το νέο ΠΣ του ΜτΘ έχει ένα διευρυμένο ορίζοντα προσανατολισμού που αποσκοπεί στη διαμόρφωση θρησκευτικά εγγράμματων μαθητών. Η εστίασή του κινείται, όχι μόνο σε ένα πρώτο επίπεδο επαφής με σκέψεις, γνώσεις και ιδέες, αλλά σε μια συνολικότερη θεώρηση σύνδεσης της γνώσης με την πράξη που αποσκοπεί στην υπεύθυνη και ενεργό συμμετοχή των μαθητών στον αγώνα για τη βελτίωση της ζωής του κόσμου.



Τα περιεχόμενα του ΠΣ

Όπως είναι φυσικό, τα κριτήρια επιλογής των περιεχομένων ενός ΠΣ σχετίζονται αφενός με τον τύπο του προγράμματος και αφετέρου με τους προσανατολισμούς και τους σκοπούς του. Στο βαθμό που το νέο ΠΣ συνιστά ένα Πρόγραμμα διαδικασίας με κατεύθυνση συνθετική (ανθρωπιστική – κοινωνική – τεχνοκρατική), στην επιλογή των περιεχομένων του και για τους τρεις κύκλους της υποχρεωτικής εκπαίδευσης επιχειρήθηκε μια σύνθεση διαφόρων ειδών κριτηρίων.

Πιο συγκεκριμένα, επιλέχθηκαν περιεχόμενα τα οποία:

  • είναι θεμελιώδη για την κατανόηση του Χριστιανισμού και άλλων θρησκειών
  • ενθαρρύνουν τους μαθητές να ερμηνεύουν τα φαινόμενα του πολιτισμού, εντός του οποίου ζουν
  • έχουν χρησιμότητα για την ιδιωτική και δημόσια ζωή των μαθητών
  • προάγουν ικανότητες και δεξιότητες απαραίτητες για να ζήσουν δημιουργικά στο παρόν και το μέλλον τους
  • προκαλούν ενδιαφέρον και ευχαρίστηση στους μαθητές
  • συνδέονται με τα άλλα γνωστικά αντικείμενα
  • συμβάλλουν στην περαιτέρω μάθηση
  • λειτουργούν παραδειγματικά
  • είναι σημαντικά εντός του πλέγματος της θεολογικής επιστήμης.

Όπως γίνεται φανερό, τα περιεχόμενα επιλέγονται με βασικό κριτήριο τη σκοπιά του μαθητή και δευτερευόντως την απαίτηση για εξαντλητική κάλυψη του συνόλου του θεολογικού γνωστικού αντικειμένου. Πρόκειται για άλλη μια θεμελιώδη καινοτομία, καθώς μέχρι τώρα στην Ελλάδα τα Αναλυτικά Προγράμματα του ΜτΘ -όπως άλλωστε και κάθε μαθήματος- ταυτίζονταν με τα περιεχόμενά τους· βασικό δε κριτήριο επιλογής τους ήταν η πληρότητα της παρουσίασής τους σύμφωνα με τη συστηματική απαίτηση της ακαδημαϊκής θεολογίας. Όλα αυτά βέβαια, με κανένα τρόπο δεν σημαίνουν πως στο νέο ΠΣ δεν υπάρχει ένα σώμα γνώσεων που χρειάζεται να αποκτηθεί· ό,τι υπογραμμίζεται είναι η προτεραιότητα της «λειτουργικής» σχέσης ανάμεσα στον μαθητή και τη θρησκευτική γνώση.

Μια εξίσου βασική καινοτομία που αφορά στα περιεχόμενα του νέου ΠΣ, είναι η ανάπτυξη των θεμάτων πάνω σε έναν ιστορικό καμβά που απαρτίζεται από τα γεγονότα της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας στο Β΄ κύκλο και από σημαντικά ιστορικά-θρησκευτικά γεγονότα στο Γ΄ κύκλο. Δεν πρόκειται βέβαια για την κλασική θεώρηση της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, με την παράθεση γεγονότων και λεπτομερειών που συχνά δεν ενδιαφέρουν τους μαθητές. Οι μαθητές στο νέο ΠΣ προσεγγίζουν το θρησκευτικό «άλλο, άλλοτε και αλλού», όχι για να απομνημονεύσουν πληροφορίες, αλλά για να διαλεχθούν προσωπικά μαζί του· με έμφαση στην ερμηνεία και την κριτική κατανόηση, στην άρνηση εύκολων συμπερασμάτων και στην εποικοδομητική λειτουργία μιας μάθησης με στόχο την αναμέτρηση με το νόημα. Τι κερδίζουμε λοιπόν διατηρώντας την ιστορική ακολουθία στα περιεχόμενα του ΜτΘ;

  • Ένα επίπεδο συστηματικότητας των γνώσεων, που φαίνεται απαραίτητη για την περαιτέρω δημιουργική επεξεργασία των θρησκευτικών θεμάτων/ ζητημάτων.
  • Μέσα στην ιστορία αποκαλύφθηκαν, αναδείχθηκαν και διαμορφώθηκαν οι μεγάλες αλήθειες-προτάσεις του Χριστιανισμού, όπως άλλωστε και κάθε θρησκείας, και μέσα σε αυτήν έγιναν πράξη και ζωή. Οι μαθητές λοιπόν καλούνται να επεξεργαστούν και να κρίνουν, όχι απλώς ιδέες και θεωρίες, αλλά τα συγκεκριμένα γεγονότα και τις πράξεις εντός των οποίων αυτές αναπτύχθηκαν.
  • Οι μαθητές εργάζονται σε ένα διευρυμένο γνωστικό περιβάλλον, είτε αυτό αφορά ιστορικές περιόδους και πολιτισμούς είτε ποικίλες ιστορικές πηγές, με συνέπεια το διδακτικό υλικό να περιλαμβάνει το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Έτσι, αφενός, κατανοούν τη διαχρονικότητα των μεγάλων και κρίσιμων ζητημάτων που απασχολούν τον Χριστιανισμό και τις θρησκείες του κόσμου και, αφετέρου, τη δομική και εποικοδομητική «λειτουργία» της θρησκείας στη ζωή και τον πολιτισμό.
  • Στα ιστορικά γεγονότα αναδεικνύονται άνθρωποι που βίωσαν τα θρησκευτικά προβλήματα/ζητήματα και έδωσαν τις δικές τους απαντήσεις. Οι μαθητές συναντούν αυτούς τους ανθρώπους και «συνομιλούν» μαζί τους, κρίνουν και αξιολογούν τις επιλογές τους. «Πηγαίνοντας» οι μαθητές προς αυτή τη συνάντηση, με τα δικά τους σχετικά ερωτήματα και εμπειρίες, είναι σε θέση να αδράξουν την ουσία των ζητημάτων και να συναισθανθούν τη σημασία των απαντήσεων και τις επιπτώσεις μιας πιθανής εφαρμογής τους -τότε και τώρα.
  • Προχωρώντας σταδιακά από την ιστορία ως αφήγηση στην ιστορία ως πρόβλημα, και με τη διαλογική οργάνωση των ΘΕ γύρω από μεγάλα θρησκευτικά προβλήματα/ερωτήματα που απασχόλησαν και απασχολούν πολλούς ανθρώπους, οι μαθητές αποκτούν συναίσθηση της συνέχειας, της σημασίας και της επίδρασης του παρελθόντος στο παρόν. Προσλαμβάνουν κριτικά το παρελθόν και το συνδέουν με το παρόν μέσω της αναγνώρισης αιτίων και κινήτρων, της σύγκρισης πολιτισμών, εποχών, συλλογικών στάσεων και συμπεριφορών και της συνειδητοποίησης μεταβολών και αντινομιών. Με αυτόν τον τρόπο η θρησκευτική γνώση αποσυνδέεται από ιδεολογικές χρήσεις ή πειρασμούς χειραγώγησης και ανακτά τον περιπετειώδη χαρακτήρα της.
  • Οι μαθητές -ανάλογα με τις πηγές που μελετούν- έχουν τη δυνατότητα είτε να συνθέτουν γενικεύοντας ερωτήματα και απαντήσεις είτε να αναλύουν εξειδικεύοντας σε περιπτώσεις με τις οποίες αναπτύσσουν έναν πιο προσωπικό διάλογο με βάση τις δικές τους εμπειρίες. Είτε έτσι είτε αλλιώς, κινούνται στην προοπτική μιας υπαρξιακής προσέγγισης των πυρηνικών αξιών της θρησκείας.
  • Μέσα από τη λειτουργία της αφήγησης -ιδιαίτερα για τους μαθητές της Πρωτοβάθμιας- οι μαθητές ενθαρρύνονται να φανταστούν, να επινοήσουν, να στοχαστούν και να οικοδομήσουν τη γνώση. Άλλωστε οι θρησκευτικές αφηγήσεις με την αρχετυπική και διαχρονική τους λειτουργία είναι αυτές που διαμορφώνουν συχνά καταλυτικά εκείνα τα τόσο κρίσιμα «καλούπια» για τις εμπειρίες
  • Δημιουργούν νοητικά σχήματα αιτιότητας και ερμηνείας των γεγονότων, των στάσεων και των ιδεών.
  • Αποκτούν την απαραίτητη ικανότητα χρήσης των πηγών -κειμενικών, εικαστικών κ.ά.
  • Δουλεύοντας με τέτοιους τρόπους το ιστορικό υλικό οι μαθητές συνειδητοποιούν τη γόνιμη δυσκολία των κρίσεων αλλά και την επικίνδυνη ευκολία των προκαταλήψεων. Σταδιακά θα αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα να ακούν και να σέβονται τις γνώμες των άλλων· να διαμορφώνουν δηλαδή μια διανοητική ηθική.

Άλλη μια θεμελιώδης καινοτομία ως προς την επιλογή των περιεχομένων είναι το άνοιγμα γνωριμίας με τις θρησκείες του κόσμου. Η αναφορά σε στοιχεία άλλων θρησκευτικών παραδόσεων είναι οργανικά ενταγμένη στις διάφορες πτυχές των Βασικών Θεμάτων του νέου ΠΣ, γίνεται με τρόπο κριτικό και ερμηνευτικό, ώστε να συντελέσει στο θρησκευτικό γραμματισμό αλλά και στον σεβασμό της θρησκευτικής ετερότητας.



Γιατί ένα νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά

1. Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά Δημοτικού & Γυμνασίου εντάσσεται στο ΠΣ του Νέου Σχολείου για όλα τα μαθήματα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο

Βασικό χαρακτηριστικό της νέας αυτής παρέμβασης είναι ο παιδαγωγικός αναπροσανατολισμός της διδακτικής διεργασίας όλων των μαθημάτων στην κατεύθυνση της διερευνητικής, βιωματικής και συνεργατικής μάθησης. Η αλλαγή αυτή κρίνεται αναγκαία, με βάση τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής αλλά και το αίτημα υπέρβασης χρόνιων αγκυλώσεων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Στο πλαίσιο της ευρύτερης αλλαγής, μεταξύ όλων των μαθημάτων, εκπονήθηκε νέο Πρόγραμμα Σπουδών και στο μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ).

2. Κατά την εκπόνησή του ελήφθησαν υπόψη η ελληνική νομοθεσία (Σύνταγμα, Ν. 1566/1985, Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών–Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών 2003), οι δεσμεύσεις της Ελληνικής Πολιτείας στις ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες, σε Συστάσεις – υποχρεωτικού χαρακτήρα – του Συμβουλίου της Ευρώπης (π.χ. CM/Rec (2008)12/28-7-09), καθώς και σε προτεινόμενα κριτήρια για τη διαμόρφωση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης σε κάθε κράτος μέλος (π.χ. Σύσταση 1720/2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης, Λευκή Βίβλος για το Διαπολιτισμικό Διάλογο, Toledo Guiding Principles on Teaching about Religions and Beliefs in Public Schools, Intereuropean Commission on Church and School [ICCS] 1992, European Ecumenical Commission for Church and Society [EECCS] 1998)

3. Το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά υλοποιεί και εφαρμόζει διευρυμένα τις αρχές των ΑΠΣ-ΔΕΠΠΣ του 2003

Τα Προγράμματα εκείνα, πέρα από την ενημέρωση για την υφή του θρησκευτικού φαινομένου, την ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης και την απόκτηση γνώσεων γύρω από την Χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση, την καλλιέργεια του ήθους και της προσωπικότητας, με την αξιοποίηση των μορφωτικών αγαθών της Αγίας Γραφής, των Πατέρων και της Παράδοσης της Εκκλησίας, εστίαζαν επιπλέον στην κριτική επεξεργασία των θρησκευτικών παραδοχών, αξιών και στάσεων, στην διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και στην ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης, στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας, στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης, στην αντίληψη ότι το αυθεντικό χριστιανικό μήνυμα είναι υπερφυλετικό, υπερεθνικό και οικουμενικό, στην κατανόηση της πολυπολιτισμικής, πολυφυλετικής και πολυθρησκευτικής δομής των σύγχρονων κοινωνιών και στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για διαχριστιανική και διαθρησκειακή επικοινωνία και αλληλογνωριμία. Συνεπώς, το νέο ΠΣ κινείται πάνω στις ίδιες βασικές αρχές τις οποίες εμπλουτίζει και αναπτύσσει περισσότερο.


3. Το νέο ΠΣ έλαβε ακόμη υπόψη τις θέσεις των ανεξάρτητων αρχών για το ΜτΘ (Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Συνήγορος του Πολίτη)

Το πρόβλημα του μαθήματος των Θρησκευτικών και το δικαίωμα απαλλαγής από αυτό κάθε μαθητή που απλώς το επιθυμεί απορρέει από τον «δεδομένο “κατηχητικό” και, συνεπώς, μονόπλευρο χαρακτήρα του μαθήματος αυτού» και μάλιστα ασχέτως προς το ότι ο χαρακτήρας αυτός θεωρείται «σύμφωνος προς το Σύνταγμα». Οι ανεξάρτητες αυτές αρχές υποστήριξαν και εισηγήθηκαν προς το Υπουργείο Παιδείας την θέση ότι όλοι οι μαθητές έχουν δικαίωμα να ζητούν απαλλαγή από το ΜτΘ «χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής». Στην ουσία, το μάθημα από υποχρεωτικό μετατρέπεται σε προαιρετικό και, ενώ υπονοείται ο ομολογιακός του χαρακτήρας, ακόμη και οι ορθόδοξοι μαθητές μπορούν να απαλλάσσονται από τη διδασκαλία του.

4. Το νέο ΠΣ στάθμισε ακόμη τις θέσεις συνταγματολόγων, διανοουμένων, πανεπιστημιακών, της ΟΛΜΕ κ.ά. φορέων για το ΜτΘ

Το θρησκευτικό μάθημα στη δημόσια εκπαίδευσή συχνά εγκαλείται ότι είναι μονοφωνικό, κατηχητικό και μονόπλευρο, προσηλωμένο στο «πίστευε και μη ερεύνα», μονολιθικό και σκοταδιστικό, «ακραία περίπτωση κατηχητισμού και θρησκευτικής ενδογμάτισης στο πλαίσιο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Επιπλέον, αμφισβητείται σταθερά ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του μαθήματος με βάση την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και τίθενται συγκεκριμένες προτάσεις για το ζήτημα της διδασκαλίας του (προαιρετικό, με δυνατότητα απαλλαγής, θρησκειολογικό). Σ’ ένα πλουραλιστικό και δημοκρατικό σχολείο που σέβεται την θρησκευτική ετερότητα και μάλιστα στο πλαίσιο της σύγχρονης συνείδησης της ευρωπαϊκής πολιτιστικής πραγματικότητας, η λύση δεν είναι παρά η κατάργηση του ομολογιακού μαθήματος και η μετάβαση σε ένα ουδετερόθρησκο σχολείο.

5. Επιπλέον το νέο ΠΣ έλαβε υπόψη τον εδώ και καιρό επιχειρούμενο διάλογο για το ΜτΘ στην ελληνική θεολογική εκπαιδευτική κοινότητα και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία

Εδώ και λίγα χρόνια έχει ξεκινήσει μια γόνιμη και νηφάλια συζήτηση γύρω από τη φυσιογνωμία και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Ποικίλες και ρηξικέλευθες προτάσεις έχουν κατατεθεί και διαλέγονται μάλιστα μεταξύ τους στην προοπτική της αλλαγής του στενού ομολογιακού παραδείγματος στο θρησκευτικό μάθημα. Στην προοπτική αυτή, είναι δυνατό να συγκροτηθεί μια νέα συνθετική πρόταση για τη φυσιογνωμία του θρησκευτικού μαθήματος που θα έχει σαφέστερη νομιμοποιητική βάση και εμβέλεια. Ο θεολογικός και παιδαγωγικός χαρακτήρας του ΜτΘ είναι δυνατό να αναπλαισιωθεί σε νέες διευρυμένες βάσεις και αρχές, να έχει ανοικτούς ορίζοντες και να διαλέγεται με ζητήματα και προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός.

Ο δημόσιος αυτός διάλογος έλαβε νέα τροπή με τις εγκυκλίους περί απαλλαγής στο ΜτΘ, που εξέδωσε το Υπουργείο Παιδείας το 2008. Οι τρεις αυτές εγκύκλιοι, αλλά και η καταστρατήγηση ή η πλημμελής εφαρμογή του μέτρου, μετέτρεψαν άτυπα τα Θρησκευτικά σε προαιρετικό μάθημα, όπως επισημάνθηκε και από πολλές ενώσεις θεολόγων που διαμαρτυρήθηκαν, αφού άνοιξαν τον δρόμο, ώστε κάθε μαθητής να μπορεί να διεκδικήσει απαλλαγή, ακόμη και εάν δεν δικαιούται. Η παρουσίαση του θέματος αυτού από τον Τύπο και τα λοιπά ΜΜΕ, οι θέσεις και οι δηλώσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, των κομμάτων, της ΟΛΜΕ και των εκπαιδευτικών παρατάξεων, οι θέσεις διαφόρων εκπαιδευτικών κύκλων και διανοουμένων, οι επίσημες παρεμβάσεις των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, των θεολογικών ενώσεων και πολλών εκπαιδευτικών έδωσαν το στίγμα ενός δημόσιου διαλόγου γύρω από τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία των Θρησκευτικών. Το προβληματικό σημείο για τους επικριτές του μαθήματος αποτελεί ο στενά ομολογιακός και κατηχητικός χαρακτήρας των Θρησκευτικών.



6. Επιπλέον έλαβε υπόψη τις ευρωπαϊκές και ελληνικές εξελίξεις για τον χαρακτήρα και τους προσανατολισμούς της θρησκευτικής εκπαίδευσης

Η επισκόπηση των ευρωπαϊκών εξελίξεων, κυρίως αυτών που επιχείρησαν την υπέρβαση της κλειστής ομολογιακής θρησκευτικής εκπαίδευσης, η διερεύνηση των σχετικών αποτελεσμάτων από την εφαρμογή συγκεκριμένων τύπων του ΜτΘ, η επισκόπηση των ελληνικών εξελίξεων γύρω από το ΜτΘ και η ανάδειξη των συγκλίσεων ή αποκλίσεών τους με τις ευρωπαϊκές, καθώς και τα σύγχρονα αιτήματα που αναφέρονται διεθνώς σε σχέση με τη θρησκευτική εκπαίδευση αποτέλεσαν βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του νέου ΠΣ. Στο πλαίσιο αυτό το ΜτΘ εμφανίζεται να απομακρύνεται οριστικά από την κατήχηση, γίνεται ένα ήπιο ομολογιακό μάθημα με κυρίαρχο το γνωστικό/μορφωτικό χαρακτήρα, επιχειρεί να διευρύνει τους ορίζοντές του και εκφράζει μια σύγχρονη προσέγγιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης συγκλίνοντας με ευρωπαϊκές επιλογές. Στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ού αιώνα το μάθημα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πρόκληση: να ισχυροποιήσει τα εκπαιδευτικά του θεμέλια, να υπερβεί τη μονοφωνία και την όποια στενή ομολογιακή φυσιογνωμία του, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους μαθητές του ελληνικού σχολείου ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους. Οι διδάσκοντες εκπαιδευτικοί το μάθημα των Θρησκευτικών, δάσκαλοι στην πρωτοβάθμια και θεολόγοι στη δευτεροβάθμια, έχουν την ετοιμότητα να αναγνωρίσουν πως αυτό το αίτημα κατά κανένα τρόπο δεν αντιφάσκει προς την ορθόδοξη χριστιανική άποψη για την πίστη και την εκπαίδευση.



7. Το νέο ΠΣ εκπονήθηκε λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα που διαμορφώνουν οι εγκύκλιοι περί απαλλαγής στο ΜτΘ από το Υπουργείο Παιδείας το 2008

Το ΜτΘ στη δημόσια εκπαίδευση σε μια σειρά από επιστημονικές μονογραφίες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες εγκαλείται ότι είναι μονοφωνικό, κατηχητικό και μονόπλευρο, μονολιθικό και σκοταδιστικό, «ακραία περίπτωση κατηχητισμού και θρησκευτικής ενδογμάτισης στο πλαίσιο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.ά. Οι θέσεις αυτές, και κυρίως οι πιέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, οδήγησαν το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας το 2008 να εκδώσει εγκυκλίους, βάσει των οποίων οι μαθητές που δεν επιθυμούν την παρακολούθηση των Θρησκευτικών, μπορούν με μια απλή δήλωσή τους, «χωρίς να προβαίνουν σε καμία περαιτέρω διευκρίνιση», δίχως, δηλαδή, να προσδιορίζουν τον λόγο ή το ιδιαίτερο θρήσκευμά τους, να απαλλάσσονται νομίμως. Η έκδοση συμπληρωματικής εγκυκλίου που ορίζει πώς θα απασχολούνται «οι μη Ορθόδοξοι μαθητές δηλ. οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι, οι οποίοι… απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνείδησης» δεν έλυσε ικανοποιητικά το ζήτημα. Τόσο η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Απόφαση 3356/95) όσο και ο Συνήγορος του Πολίτη (Πόρισμα 19905.04.2.1/15-11-2004 & Δελτίου Τύπου 31-7-2008), υπερβαίνουν παλαιότερη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, προκειμένου να δοθεί η απαλλαγή στα Θρησκευτικά, απαιτούσε οι γονείς ή οι μαθητές να «δηλώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπον, ότι για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, ήτοι διότι είναι ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι ή άθεοι, δεν επιθυμούν να παρακολουθήσουν την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών» (Απόφαση 3356/95).



8. Σημαντικό ρόλο στην εκπόνηση του νέου ΠΣ έχουν οι θέσεις των Θεολογικών Σχολών με αφορμή τις εγκυκλίους του 2008 και τις ώρες διδασκαλίας του ΜτΘ

Στο πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης που σηματοδότησαν οι εγκύκλιοι περί απαλλαγών του 2008, οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί αλλά και οι Θεολογικές Σχολές έκαναν λόγο για αναγκαίο άνοιγμα προς τη θρησκευτική ετερότητα με την εισαγωγή θρησκειολογικών αναφορών σε ένα νέο και ανοικτό ΠΣ, «ώστε να αναβαθμιστεί ακόμη περισσότερο το μάθημα των Θρησκευτικών, να εμπλουτιστούν τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα με μαθήματα κοινωνικής ηθικής ή ιστορίας των θρησκευμάτων, τα οποία θα μπορούν να παρακολουθούν οι μαθητές στο σύνολό τους ανεξαρτήτως θρησκείας ή ομολογίας» (Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ, 9-9-2008). Προς την ίδια κατεύθυνση, το σύγχρονο περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών «ούτε αποκλειστικά ομολογιακό προσανατολισμό μπορεί να έχει ούτε όμως και αποκλειστικά θρησκειολογικό. Και οι δύο προσανατολισμοί πρέπει να υπάρχουν αναλογικά και σε συνδυασμό, ώστε, εκτός των άλλων, από τη μια μεριά να αποφεύγεται ο θρησκευτικός αναλφαβητισμός, ενώ από την άλλη να καλλιεργείται στους μαθητές μια συνείδηση αποδοχής, σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης με το «διαφορετικό» (Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ, 8-9-2008). Η επιτροπή εκπόνησης δεν έκανε τίποτε άλλο παρά έλαβε σοβαρά υπόψη τον δημόσιο αυτό διάλογο.



9. Η υπέρβαση της διελκυστίνδας μεταξύ του κατηχητικού και του θρησκειολογικού προτύπου

Στο νέο ΠΣ το ΜτΘ συνιστά γνωριμία με τα μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο Χριστιανισμός και ιδιαίτερα η Ορθόδοξη Παράδοση, ενώ παράλληλα διδάσκονται στοιχεία από τις δύο άλλες χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης, καθώς και στοιχεία για ορισμένες από τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την ελληνική κοινωνία. Ακόμη, στο πλαίσιο του μαθήματος, τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου προσεγγίζονται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία. Με άλλα λόγια, το σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών βοηθά στην κατανόηση της παράδοσης και εκφράζει τον θρησκευτικό πολιτισμό μας με σεβασμό προς κάθε ετερότητα.

10. Ο σεβασμός της θρησκευτικής ετερότητας, η γνωριμία και ο διάλογος με τις άλλες χριστιανικές και θρησκευτικές παραδόσεις

Στο πλαίσιο της αποδοχής του πλουραλισμού και της διαπολιτισμικής προσέγγισης ως αφετηρίας για οποιαδήποτε σοβαρή εκπαιδευτική θεωρία και πρακτική, η θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών καλείται να παίξει ένα σοβαρό ρόλο στην δυνατότητα των μαθητών να διαχειρίζονται υπεύθυνα και δημιουργικά τον πλουραλισμό και τον διάλογο με τον «άλλον» και το «διαφορετικό».



11. Ο ανοικτός και συνθετικός χαρακτήρας του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου

Οι «συντεταγμένες» του νέου ΠΣ διαμορφώνουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικού μαθήματος το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο την ελληνορθόδοξη παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στην ζωή και αποτυπώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού του. Κάθε μαθητής ή μαθήτρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του ιδιοπροσωπίας, είναι απαραίτητο και πολύτιμο να γνωρίζει την θρησκευτική παράδοση του τόπου, ως πίστη, λατρεία, ζωή, τέχνη και πολιτισμό. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός κύκλος του μαθήματος. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορθοδοξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός στις κύριες και βασικές του ομολογίες. Ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή, τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ και δύο απωανατολικές θρησκείες, τον Ινδουισμό και τον Βουδισμό. Οπωσδήποτε, τα στοιχεία αυτά δίνονται σύμφωνα με τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, την ηλικία και τις μορφωτικές ανάγκες των παιδιών. Επιπλέον, δεν αποτελούν διδακτέα ύλη αλλά διαθέσιμα διδακτικά μέσα και υλικά για τον εκπαιδευτικό, ο οποίος καλείται να σχεδιάσει την διδασκαλία του με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της τάξης του.



12. Οι σκοποί του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου

Στο πλαίσιο αυτό, οι γενικοί σκοποί του ΜτΘ καθορίζονται ως εξής:

  1. Να οικοδομήσει ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο γνώσης και κατανόησης του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας, ως πνευματικής και πολιτισμικής παράδοσης της Ελλάδας και της Ευρώπης αλλά και ως ζωντανής πηγής έμπνευσης, πίστης, ηθικής και νοηματοδότησης για τον κόσμο και τον άνθρωπο, τη ζωή και την ιστορία.
  2. Να παρέχει στους μαθητές ικανοποιητική κατάρτιση για τη φύση και τον ρόλο του θρησκευτικού φαινομένου, στο σύνολό του και στις επιμέρους εκφάνσεις του (τις θρησκείες του κόσμου), εφόσον τις θεωρεί ως ζωντανή πηγή πίστης, πολιτισμού και ηθικού τρόπου ζωής.
  3. Να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις και να προσφέρει τις ευκαιρίες για να αναπτύξουν οι μαθητές ικανότητες και επάρκειες -αλλά και διαθέσεις και στάσεις- που χαρακτηρίζουν τον θρησκευτικά εγγράμματο άνθρωπο, καλλιεργώντας παράλληλα την ηθική και κοινωνική του ευαισθησία.
  4. Να προάγει τη γνωριμία, την κριτική κατανόηση, τον σεβασμό και τον διάλογο μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις ή δεσμεύσεις πάνω σε ζητήματα πίστης και ηθικού προσανατολισμού.
  5. Να συνεισφέρει στον ελεύθερο και υπεύθυνο αυτοπροσδιορισμό της προσωπικής τους ταυτότητας, καθώς και στην ολόπλευρη (θρησκευτική, γνωστική, πνευματική, κοινωνική, ηθική, αισθητική και δημιουργική) ανάπτυξη των μαθητών, μέσα από την αναζήτηση του νοήματος και την υπαρξιακή αναμέτρηση με την πολυπλοκότητα του μυστηρίου της ζωής.



13. Θρησκευτικά για όλους τους μαθητές

Η πρόταση του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά (ΜτΘ) Δημοτικού και Γυμνασίου παρουσιάζει ένα μάθημα ανοικτό, πλουραλιστικό, που διατηρεί τον θεολογικό, γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα που είχε ως τώρα, λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις των καιρών, τις μορφωτικές ανάγκες των σύγχρονων μαθητών και εμπλουτίζεται με περισσότερα στοιχεία για τις χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τις άλλες θρησκείες. Οι «συντεταγμένες» αυτές διαμορφώνουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικού μαθήματος το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στη ζωή και αποτυπώθηκε στα μνημεία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού του. Ο κάθε μαθητής ή μαθήτρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του ιδιοπροσωπίας, είναι χρήσιμο και πολύτιμο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου. Το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού Γυμνασίου, με τους σκοπούς και τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν απευθύνεται και μπορεί να διδαχθεί σε όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από την θρησκευτική τους δέσμευση.






Προς μία θεολογία της ετερότητας

Η ορθόδοξη θεολογία οφείλει να πραγματοποιήσει ένα δημιουργικό άνοιγμα προς τον πολυπολιτισμικό κόσμο μας, προσλαμβάνοντας τα προβλήματα και τους προβληματισμούς του. Χρειάζεται μια νέα προσέγγιση των σημερινών κοινωνικών και πολιτιστικών πραγματικοτήτων, διαμέσου μιας θεολογίας της ετερότητας2, η οποία δεν θα έχει ωστόσο τίποτε κοινό με το πνεύμα του συγκρητισμού. Είναι όντως ανάγκη στις μέρες μας η Ορθοδοξία να προχωρήσει πιο πέρα και από την νεωτερικότητα και να αποδεχθεί τον πλουραλισμό και την ετερότητα των άλλων κατά τέτοιο τρόπο ώστε ταυτόχρονα να μην υποτιμά, συμβιβάζει, πολύ δε περισσότερο εγκαταλείπει την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και ετερότητα. Στοιχεία μιας τέτοιας θεολογίας της πολυπολιτισμικότητας ως αλληλοσεβασμός, αποδοχή και ειρηνική συνύπαρξη με την θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα μέσα στην Αγία Γραφή και τα πατερικά κείμενα. Απαιτείται σαφώς μία άλλη νοοτροπία και ένας άλλος προσανατολισμός για την αναγνώρισή τους. Μια άλλη ερμηνευτική προσέγγιση μπορεί να αναδείξει και να φωτίσει καίριες πτυχές της θεολογίας της ετερότητας.

Το δόγμα της δημιουργίας επισημαίνει, πέρα από τη διαλεκτική κτιστού και ακτίστου, ότι ο άνθρωπος και ο κόσμος είναι δημιουργήματα «καλά λίαν» του Θεού. Η διήγηση της Βαβέλ υπενθυμίζει την αρχική ενότητα και διάσπαση, την κοινή καταγωγή, την αφετηρία μιας πολυπολιτισμικής πραγματικότητας, μέσα από την ποικιλία γλωσσών και πολιτισμών. Ολόκληρη η ιστορία του λαού του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη φανερώνει έναν Θεό του σύμπαντος κόσμου που επιλέγει πολλούς και ποικίλους δρόμους προσέγγισης με τους ανθρώπους. Στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων εντάσσονται όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις. Από μιαν άλλη σκοπιά και η Βίβλος δεν είναι μόνο θεόπνευστο έργο αλλά και ιστορικό προϊόν και μαρτυρία πολυπολιτιστικών και πολυθρησκευτικών σχέσεων. Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Ισραήλ οφείλει να μην καταπιέζει τους ξένους γιατί ήταν κάποτε ξένος και αυτός. Εξ άλλου, η πρόσληψη πολιτιστικών στοιχείων και από άλλους λαούς και η μετέπειτα εκθεολόγησή τους, είναι δυνατό να μας οδηγήσει σε ό,τι θα μπορούσε να ονομάσουμε ανακαλύψη της ξενικότητας μέσα στα ίδια τα βιβλικά κείμενα.

Η Καινή Διαθήκη οριοθετείται πέρα από την αποκλειστικότητα του περιούσιου λαού. Ο πλησίον είναι ο άλλος, ο έτερος, όπως και ο Θεός είναι ο απόλυτος Άλλος, ο όντως Έτερος προς τον άνθρωπο, που γίνεται αδελφός. Συνεπώς, η αποδοχή του άλλου και της ετερότητας δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη παράδοξο αίτημα της μετανεωτερικότητας και της πολυπολιτισμικότητας αλλά βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά της θεολογικής μας παράδοσης. «Εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί εισιν» (Ιω. 14,2). Στην Καινή Διαθήκη μπορεί κανείς να προσεγγίσει μια σειρά από θεολογικούς τόπους της ετερότητας, όπως οι παραβολές του Καλού Σαμαρείτη και της Κρίσεως.

Το ιδρυτικό γεγονός της Εκκλησίας στην Πεντηκοστής σημαίνει πρόσληψη της προσωπικής ετερότητας αλλά και της πολυπολιτισμικότητας των λαών και των γλωσσών στην προοπτική του σώματος του Χριστού. Η εμπειρία και δυναμική της αρχαίας Εκκλησίας στο σύνολό της φανερώνει σαφέστατα πολυπολιτισμικές προοπτικές. Μια ερμηνευτική προσέγγιση της αρχέγονης χριστιανικής κοινότητας, η ίδια η εκκλησιολογία του αποστόλου Παύλου, η Αποστολική Σύνοδος και το άνοιγμα προς τους εθνικούς σηματοδοτούν τις απαρχές μιας νέας πραγματικότητας. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να είναι Ιουδαίοι ή να εφαρμόζουν τον Μωσαϊκό Νόμο για να ενταχθούν στην Εκκλησία. Η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος δεν επιβάλλει μιαν αναγκαστική ομοιομορφία με απαρέγκλιτους κανόνες και κατηγορικές προσταγές. Αντίθετα, φωτίζει την προσωπική ετερότητα του κάθε μέλους της εκκλησιαστικής κοινότητας και την ανάγει σε αρμονική αλληλεξάρτηση με τα άλλα, οικοδομώντας την ενότητα του σώματος.

Το δόγμα της Αγίας Τριάδος συνιστά την απόλυτη κατάφαση της προσωπικής ετερότητας μέσα στην αγαπητική ομοουσιότητα, κοινωνία και αλληλοπεριχώρηση. Και αυτή «η ετερότητα είναι συστατική της ενότητας, και όχι επακόλουθό της». Η Χριστολογία των δύο φύσεων αποκαλύπτει την ένωση των όντως διαφορετικών κατά τη φυσική τους ετερότητα στο πρόσωπο του Θεανθρώπου, την ξενικότητα του Θεού στον κόσμο και την τραγικότητα της ξενιτείας του ανθρώπου: «Δος μοι τούτον τον ξένον…τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα τω κόσμω». Η εκκλησιολογία του Σώματος του Χριστού αποκαλύπτει τη δυνατότητα ένωσης των πολλών στον Ένα Χριστό, όπου οι πολλοί συνάπτονται και γίνονται αλλήλων μέλη. Γιατί η Εκκλησία είναι η συναγωγή των πριν διεστώτων αλλά και η ποικιλία των χαρισμάτων. Εξ άλλου, η εκκλησιολογία στην Ορθόδοξη Παράδοση εκκινεί από την ιδιαιτερότητα της τοπικής Εκκλησίας και κατόπιν αναφέρεται στην κοινωνία των τοπικών Εκκλησιών και όχι σε κάποια γενική και παγκόσμια ομοιόμορφη Εκκλησία. Κοινωνία και ετερότητα, ενότητα και πολλαπλότητα συμπίπτουν, αντανακλώντας το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Η ορθόδοξη ανθρωπολογία επισημαίνει την καθολικότητα και πληρότητα του ανθρώπου σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, την αλήθεια του ως μοναδικού, ανόμοιου και ανεπανάληπτου προσώπου, ως μιας σχεσιοδυναμικής ύπαρξης που αποκτά ταυτότητα μέσω της σχέσεως με μιαν άλλη προσωπική ετερότητα. Η σχέση του ανθρώπου με την ετερότητα του κόσμου και της φύσης φανερώνει την ευθύνη του απέναντι στην υπόλοιπη δημιουργία. Ο άνθρωπος καλείται να οδηγήσει την κτίση σε κοινωνία μαζί του, καλλιεργώντας την αισθητικά μέσω της προσωπικής δημιουργίας του και όχι να την καθυποτάξει ή να την αφομοιώσει μη σεβόμενος την ετερότητά της.

Κατά μία έννοια η ορθοδοξία σήμαινε τελικά κατάφαση στη σχέση κοινωνίας και ετερότητας ενώ η αίρεση επέμεινε στον άκαμπτο μονισμό της πραγματικότητας, στην καλλιέργεια των μανιχαϊστικών αντιθέσεων και στον μονοδιάστατο άνθρωπο. Το ασκητικό ήθος, εξ άλλου, δεν συνιστά ατομικό αλλά κατ’ εξοχήν γεγονός κοινωνίας. Είναι η προσωπική εμπειρία της θυσιαστικής αυθυπέρβασης από κάθε αδιέξοδη εμμονή στην αυτάρκεια της ύπαρξης, το κοινωνικό και κενωτικό άνοιγμα του προσώπου στη ζωή της κοινότητας ως συνύπαρξη και σχέση με τα άλλα μέλη, η κατάφαση στη ζωή ως αγάπη και ελευθερία. Η ανθρώπινη προσπάθεια δεν κατορθώνει, παρά μόνο αποδέχεται ελεύθερα και οικειώνεται αγαπητικά τον τρόπο υπάρξεως του Θεού.

Ακόμη, η κατηγορία του ξένου, της φιλοξενίας και της ξενικότητας ως υπαρξιακής κατάστασης είναι ανάγκη κατάλληλα να αξιοποιηθεί σε μία θεολογία της ετερότητας. Ο Θεός είναι ο παντοτινός ξένος για την ανθρώπινη ύπαρξη, η χριστιανική κοινότητα βιώνει την ξενικότητα ως «πάροικος και παρεπίδημος» στον κόσμο, αφού η βασιλεία του Θεού είναι η εσχατολογική προοπτική της. Ο ξένος δεν είναι εχθρός αλλά φίλος και επισκέπτης, επειδή κανείς δεν είναι ιδιοκτήτης στον κόσμο αυτό που δεν είναι παρά ξενοδοχείο και σύναξη των ετέρων. «Επειδή οι λαοί είτε θα χαθούν στη διάσπασή τους, είτε θα επιζήσουν μόνο σε μια νέα κοινωνία», η διαθεσιμότητα του διαλόγου μεταξύ των πολιτισμών και των θρησκειών αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση. Στο κέντρο του διαλόγου θα πρέπει να βρίσκονται οι άνθρωποι των άλλων θρησκειών και ιδεολογιών και όχι αφηρημένα και απρόσωπα συστήματα. Ο διάλογος αυτός μπορεί να προσανατολίζεται και να δομείται στη βάση του Ματθ. 7,12, «να κάνουμε στους άλλους αυτό που θα θέλαμε αυτοί να κάνουν σε μας». Να γίνεται αποδεκτός ο πλουραλισμός των ιδεών, των σκέψεων, της ζωής και των δομών. Ο Θεός, άλλωστε, «ουκ αμάρτυρον αυτόν αφήκεν» (Πραξ. 14,17). σημάδια του υπάρχουν και στους άλλους πολιτισμούς και τις θρησκείες. Τούτο δεν συνιστά σαφώς κάποια ανερμήνευτη φυσική αναγκαιότητα αλλά υπογραμμίζει τη θετική αξία της ετερότητας μέσα στην πρόνοια του Θεού να αποκαλύπτεται και να συνομιλεί με την ποικιλομορφία του κόσμου του.

Το χρέος της αναζήτησης της ενότητας και πολλές άλλες παράμετροι της θεολογίας της Εκκλησίας μπορούν να συνεισφέρουν στη δημιουργική και έμπρακτη απάντησή της στις νέες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας. Η πολυπολιτισμικότητα των συγχρόνων κοινωνιών προκαλεί την Ορθοδοξία να ανακαλύψει μέσα από την ετερότητά της τα στοιχεία ταυτότητας και όχι αντίθεσης με άλλες συλλογικότητες που επιμένουν στην ετερότητά τους, για να συνυπάρξουν ειρηνικά και δίκαια στον ίδιο ζωτικό χώρο. Τέτοιες, κατά βάση χριστιανικές αρχές, όπως είναι η ελευθερία, η ανοικτότητα, η νηφαλιότητα, η οικουμενικότητα, η αποδοχή και ο σεβασμός του άλλου και του πολιτισμού του, η ειρηνική συνύπαρξη, ο διάλογος, κ.ά, θα πρέπει να οδηγήσουν το θρησκευτικό μάθημα σε μια εκ των ένδον αναπροσαρμογή του απέναντι στην πολιτισμική και θρησκευτική ετερότητα.

Η διδασκαλία των θρησκειών του κόσμου στους τρεις κύκλους

Η διδασκαλία των θρησκειών του κόσμου ως σύγχρονη ανάγκη και απαίτηση από το ΜτΘ

Για την ελληνική κοινωνία -όπως άλλωστε και για τις ευρωπαϊκές- ο συνεχώς διευρυνόμενος πλουραλισμός είναι η αναπόφευκτη αφετηρία για οποιαδήποτε σοβαρή θεώρηση και επαρκή πρακτική της εκπαίδευσης. Στον βαθμό που θεμελιώδης σκοπός της υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι να καταστούν οι νέοι άνθρωποι ικανοί να χειρίζονται τον πλουραλισμό με υπεύθυνο και δημιουργικό τρόπο αλλά και να κάνουν προσωπικές και υπεύθυνες επιλογές, η ΘΕ οφείλει να διαμορφώσει ένα πλαίσιο σεβασμού στο διαφορετικό και κατανόησης των θρησκευτικών αντιλήψεων του «άλλου» και της επίδρασης της θρησκευτικής ή μη πίστης στην προσωπική και κοινωνική ζωή. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς σκοπούς του ΜτΘ στην υποχρεωτική εκπαίδευση είναι να ενθαρρύνει τους μαθητές να στοχαστούν στη διάρκεια των σπουδών τους πάνω σε τρόπους ζωής που είναι διαφορετικοί από τους δικούς τους και να αποκτήσουν μια πρώτη γνώση θρησκειών του κόσμου, ιδιαίτερα όσων συναντούν στην Ελλάδα. Εδώ βέβαια εγείρεται μια σειρά ζητημάτων σχετικά με την παρουσίαση του θρησκευτικού υλικού στη σχολική τάξη, με τις μεθόδους προσέγγισής του, με τις διάφορες παραμέτρους, με τις διακινδυνεύσεις κ.ά. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι και νόμιμα και θεμιτά: Πόσες και ποιες θρησκείες θα διδαχθούν; Πώς αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να δημιουργηθεί σύγχυση ή φαινόμενα συγκρητισμού; Πώς μπορεί να συνδυάζεται η διδασκαλία θρησκειών του κόσμου με την τοπική συνάφεια και τη διαμόρφωση ταυτότητας των μαθητών; Πώς μπορεί να σχετίζεται με την χριστιανική αυτοσυνειδησία; Πώς θα αντιμετωπίσουμε τις θρησκείες; Ως «κλειστά» λογικά συστήματα ομολογιών, πεποιθήσεων και τελετουργικών τυπικών; Ή ως ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών, όπως εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή; Ποια είναι η συνάφεια του πλουραλισμού και της ποικιλίας με τον πολιτισμό και τη θρησκεία;


Τα ζητήματα αυτά, όπως ήδη ειπώθηκε, επιχειρήθηκε διεθνώς να αντιμετωπιστούν από τη δεκαετία του 60 και μετά, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα και με αρκετές αναθεωρήσεις. Ως προς τα ελληνικά πράγματα, με το νέο ΠΣ για πρώτη φορά επιχειρείται η διδασκαλία των θρησκειών στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Χρειάζεται, ωστόσο να επισημανθεί ότι από τη δεκαετία του ’90 στο πλαίσιο των κοινωνικών εξελίξεων και των συζητήσεων για τον νέο ρόλο του ΜτΘ, άρχισε να υπογραμμίζεται από τον εκπαιδευτικό θεολογικό κόσμο η σημασία αυτής της διάστασης της ΘΕ. Οι όποιες αντιστάσεις και αρνητικές επιφυλάξεις υπονοούν τη διατήρηση της αντίληψης ενός στενά ομολογιακού ΜτΘ, το οποίο πρέπει να ασχολείται αποκλειστικά με τον Χριστιανισμό. Στο νέο ΠΣ, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, επιχειρείται η υπέρβαση αυτών των επιφυλάξεων και πραγματοποιείται ένα προσεκτικό πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της διδασκαλίας των θρησκειών και στους τρεις κύκλους της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Η «προσοχή» αυτή ωστόσο, δεν πρέπει να εμποδίσει τους εκπαιδευτικούς να ανταποκριθούν γόνιμα και δημιουργικά σε αυτή τη μεγάλη πρόκληση. Άλλωστε, όπως ήδη είδαμε, το ελληνικό ΜτΘ έκανε θετικά βήματα όποτε κατόρθωνε να «αφουγκράζεται» την εποχή και τις ανάγκες της.


Τι κερδίζουμε λοιπόν με τη γνώση γύρω από τις θρησκείες του κόσμου σε όλη την υποχρεωτική εκπαίδευση;

  • Το ΜτΘ ανταποκρίνεται στο φυσικό και αναμφισβήτητο ενδιαφέρον των μαθητών για μια γνώση που φέρνει κοντά τους το άγνωστο, το μακρινό, το διαφορετικό άλλων λαών και πολιτισμών. Από την άλλη μεριά, συνθήκες καθημερινότητας, όπως η τεχνολογία, τα ΜΜΕ, η επικοινωνία, οι μεταναστεύσεις, οι μικτοί γάμοι, οι «διαφορετικοί» γείτονες κ.ά., δημιουργούν ερωτήματα γύρω από τους άλλους και τη θρησκευτικότητά τους. Η γνώση, λοιπόν, γύρω από τις θρησκείες του κόσμου διευκολύνει τους μαθητές να καλλιεργήσουν τη συστηματικότερη κατανόηση της ζωής των θρησκευτικών ομάδων, του τρόπου με τον οποίο άλλοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο και βρίσκουν νόημα, ικανοποίηση και αξία στην καθημερινή τους ζωή, αλλά και να αναπτύξουν στάσεις πραγματικού ενδιαφέροντος για τον «άλλον» και επικοινωνίας με αυτόν. Πρόκειται για ένα άνοιγμα, το οποίο -στον βαθμό που καλλιεργεί το ενδιαφέρον, τη γνώση, την κατανόηση, την ενσυναίσθηση και την επικοινωνία- δεν επιβουλεύεται αλλά ενθαρρύνει με τη σειρά του τους μαθητές να αναγνωρίσουν, να καλλιεργήσουν και να εμπιστευτούν τις δικές τους προσωπικές αξίες και πεποιθήσεις πάνω σε ζητήματα θρησκείας και πίστης. Στην εποχή μας η γνώση γύρω από τις θρησκείες δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για να αντιληφθούμε το πολυσύνθετο θρησκευτικό φαινόμενο σε όλο τον κόσμο, σε όλη του την έκταση και σε όλο του το βάθος (Γιαννουλάτος). Ταυτόχρονα, η πληροφόρηση αυτή συντελεί στην αρμονική συνύπαρξη και στην απομάκρυνση από φονταμενταλιστικές και ακραίες ιδέες φανατικών, που συνήθως επενδύουν στην ημιμάθεια και στη δαιμονοποίηση του «άλλου».
  • Αναγνωρίζοντας οι μαθητές τον βασικό προσανατολισμό των θρησκειών προς τον σεβασμό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο (π.χ. Β3, Γ΄ Γυμνασίου ΘΕ 2 και 6) και διακρίνοντάς τον από τις παραφυάδες της μισαλλοδοξίας, αντιλαμβάνονται πως οι θρησκείες μπορούν να έχουν θετική συμβολή στη σταθερότητα και την εδραίωση της ειρήνης.
  • Οι μαθητές αντιλαμβάνονται την καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου και της αναζήτησης του Ιερού και συνειδητοποιούν ότι στη θρησκευτική αναζήτηση και εμπειρία επιβεβαιώνεται η ανάγκη του ανθρώπου να υπερβεί τον εαυτό του και να αναφερθεί σε κάτι έξω από αυτόν.

Ποιες θρησκείες και γιατί;

Το κύριο σώμα στο νέο ΠΣ παραμένει ο Χριστιανισμός, ενώ σταδιακά επιχειρείται η προσέγγιση άλλων έξι θρησκειών: του Ιουδαϊσμού, του Ισλάμ, του Ινδουϊσμού, του Βουδισμού, του Ταοϊσμού και του Κομφουκιανισμού (με μεγαλύτερη επικέντρωση στον Ιουδαϊσμό και στο Ισλάμ). Ο Χριστιανισμός διατηρεί μιαν ιδιαίτερη και «προνομιακή» θέση στο νέο ΠΣ, εξαιτίας προφανών εκπαιδευτικών, πολιτισμικών και κοινωνικών λόγων. Η προσέγγισή του σε μια σταδιακή διεύρυνση και εμβάθυνση επιτρέπει σε όλους τους μαθητές να κατανοήσουν τη θρησκεία που αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας. Ο ελληνικός πολιτισμός, αλλά και συνολικά ο λεγόμενος «δυτικός», είναι βαθύτατα επηρεασμένος και διαμορφωμένος από τον Χριστιανισμό (τέχνη, μουσική, θέατρο, ποίηση, λογοτεχνία, έθιμα, γιορτές, παραδόσεις κ.ά.). Σχεδόν όλοι οι μαθητές, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή τη δέσμευσή τους, σχετίζονται ως προς τις θρησκευτικές τους εμπειρίες στην Ελλάδα στενά με τον Χριστιανισμό (αργίες, ναοί, έθιμα, στολισμοί πόλεων κ.ά.). Οι μαθητές συχνά ακούν και χρησιμοποιούν όρους, όπως Θεός, Χριστός, Παναγία, προσευχή, αμαρτία κ.ά. Ο Χριστιανισμός, δηλαδή, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, αποτελεί μέρος των πνευματικών τους εφοδίων. Στον βαθμό που η ΘΕ, όπως άλλωστε και συνολικά η εκπαίδευση, πρόκειται να οικοδομήσει και να επεκτείνει την υπάρχουσα εμπειρία και κατανόηση των μαθητών, φαίνεται επιβεβλημένη η κεντρική θέση του Χριστιανισμού στο ΜτΘ. (Για μια εικόνα της έκτασης και του είδους της προσέγγισης της Αγίας Γραφής στο νέο ΠΣ, βλέπε Πίνακα 2.4).

Ταυτόχρονα, είναι πολύ σημαντικό για τους μαθητές που προέρχονται από άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, γνωρίζοντας τους τύπους και την ουσία του Χριστιανισμού, να εγκλιματισθούν στον πολιτισμό της χώρας στην οποία είναι πλέον πολίτες. Επιπλέον, με τη διευρυμένη μελέτη όλων των διαστάσεων του Χριστιανισμού (δογματικές, ιστορικές, κοινωνικές, λειτουργικές, ηθικές, εμπειριακές) με τρόπο που να δίδονται απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα όλων των ανθρώπων, αναδεικνύεται και ο επιστημονικά ενδεδειγμένος τρόπος προσέγγισης μιας θρησκείας (βλ. Πίνακα 2.3). Μια τελευταία δυσκολία αφορά το ερώτημα «ποιον Χριστιανισμό;» Στο νέο ΠΣ προτείνεται η προσέγγιση του Χριστιανισμού στις πραγματικές -δηλαδή στις ιστορικές του- διαστάσεις: με αφετηρία και επικέντρωση στην Ορθόδοξη παράδοση καταρχήν και τη σταδιακή επέκταση στις άλλες δύο μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις (τη Ρωμαιοκαθολική και την Προτεσταντική, όπου και η Αγγλικανική).

* O Δρ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος Υ.ΠΑΙ.Θ., Προϊστάμενος Γραφείου Α΄ του Ι.Ε.Π. «Η έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας και το μάθημα των Θρησκευτικών» ήταν το θέμα της εισηγήσεώς του στο Συνέδριο της Παγκρήτιας θεολογικής Διημερίδας με θέμα το Διάταγμα των Μεδιολάνων, η οποία διεξήχθη στο Χανιά, στις 22 και 23/11/2013.



1 Γιαγκάζογλου Στ., «Το μάθημα των Θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση. Φυσιογνωμία, σκοποί, περιεχόμενο, νέα βιβλία, διαθεματική προσέγγιση, ευρωπαϊκή προοπτική, θεολογία της ετερότητας», στα Πρακτικά της Επιστημονικής Ημερίδας, Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο. Απέναντι στις προκλήσεις των καιρών, έκδ. Ι. Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, Νεάπολη Θεσσαλονίκης 2007, σσ. 34-108. «Προβλήματα Παιδείας. Άξονες και διαδρομή της παιδείας από την κλασική αρχαιότητα και το Βυζάντιο ως τις μέρες μας», Διάβαση 63/2006, σσ. 7-23. «Η φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας του θρησκευτικού μαθήματος. Η θρησκευτική αγωγή στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες», Σύναξη 93/2005, σσ. 39-52. «Το μάθημα των Θρησκευτικών και το ζήτημα της απαλλαγής», Εκκλησία 9/2008, Αθήναι σσ. 706-713. «Υπόμνημα σχετικά με την εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ περί απαλλαγής από τα Θρησκευτικά», από κοινού με τους Γεώργιο Στάθη και Παντελή Καλαϊτζίδη, Σύναξη 108/2008, σσ. 77-79.





2 Βλ. σχετικά Ζηζιούλας Δ. Ιω., Μητροπολίτης Περγάμου, «Κοινωνία και ετερότητα», Σύναξη 76/2000, σσ. 5-15. «Πολιτιστικές Ταυτότητες και Παγκοσμιοποίηση», στο Πολιτιστικές «ταυτότητες» & «παγκοσμιοποίηση», Κείμενα Συνεδρίου, εκδ. Εταιρεία Παιδείας και Πολιτισμού «Εντελέχεια»-Εκπαιδευτήρια Γείτονα & Κωστέα - Γείτονα, Αθήνα 2003, σσ. 25-33. Πολιτισμική διαφορετικότητα και αμοιβαία κατανόηση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Ετήσια Διάλεξη εις Μνήμη Κωνσταντίνου Λεβέντη, εκδ. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία 2004. Zizioulas D. John, Communion and Otherness, Further Studies in Personhood and Church, edided by Paul McPartlan, T&T Clark, London 2006. Γιαγκάζογλου Στ., «Πρόσωπο και ετερότητα. Δοκίμιο για μια θεολογία της ετερότητας», Ίνδικτος 21/2006, σσ. 87-125. Καραβιδόπουλος Ιωάννης, «Ο θρησκευτικός πλουραλισμός της εποχής της εμφάνισης του χριστιανισμού και του σημερινού κόσμου», Καθ’ Οδόν 16/2000, σσ. 19-22. Καραγιάννης Βασίλειος, Χωρεπίσκοπος Τριμυθούντος, Ο θρησκευτικός και εθνικός πλουραλισμός της νέας κοινωνίας του κόσμου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2002. Κλάψης Εμμανουήλ, «Πολυπολιτισμός και Ορθοδοξία», στο Η Ορθοδοξία στο Νέο Κόσμο, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 19-28. Κλάψης Εμμανουήλ (επιμ.), Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο, Ένας οικουμενικός διάλογος, Πρόλογος Νίκος Κοτζιάς, μτφρ. Αριάδνη Αλαβάνου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006. Clapsis Emmanuel, «The Orthodox Church in a pluralistic World», στο Orthodoxy in Conversation. Orthodox Ecumenical Engagements, εκδ. World Council of Churches Publications, σσ.127-150, Γενεύη 2000. Clapsis Emmanuel (επιμ.), The Orthodox Church in a pluralistic World, An Ecumenical Conversation, εκδ. World Council of Churches Publications – Holy Cross Orthodox Press, Geneva-Brookline 2004.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...