Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Οι κήποι του Άδωνη


Οι  κήποι του Αδωνη1
Στη μνήμη του Fadi

Του Αποστολου Ζιωγα*

Μαστιγωτή βροχή έπεσε στο Λίβανο και οι άσπρες φτερούγες στην καρδιά –του(ς)– έχουν μουσκέψει κι έγειραν σα σκοτωμένα περιστέρια. Fadi, στα αραβικά σημαίνει Σωτήρης, κι αυτό ήταν το όνομα του συγκατοίκου μου κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μας σπουδών στην Ιταλία. Μέσω ενός κοινού μας φίλου (απ’ τη Δαμασκό) ενημερώθηκα για τον θάνατό του (29 ετών): έπεσε θύμα των βομβαρδισμών.
Εκείνο που το παρόν αποκαλύπτει, ανήκει τόσο στο μη τελειωμένο παρελθόν όσο και στο μέλλον. Ωστόσο, το πνεύμα της εποχής παρακολουθεί, έχοντας αράξει στα λιμνώδη νερά μιας ά-λογης λογικής, με βλέμμα εξαιρετικά ληθαργικό, σε βαθμό που να καταδεικνύει μια ζωώδη και παχύδερμη ηρεμία! Ενώ ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει αυτό που είναι, δηλαδή το ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα αδυνατεί να βιώσει κι αυτό που δεν είναι, δηλαδή το νεκρός του αύριο· παρ’ όλο που κάνει αισθητή την παρουσία του το θρόισμα του θανάτου, καθιστώντας καίρια εν είδει πλανητικής ισχύος την διπολιτικής φύσεως απαίτηση, αφ’ ενός η αλληλεγγύη να μην έχει σύνορα και, αφ’ ετέρου, ο άνθρωπος να πράττει κάθε στιγμή έτσι ώστε να μην του αξίζει ο θάνατος. Μολαταύτα, αν και είναι άλλο να μιλάς για τον ταύρο κι άλλο να ’σαι μέσα στην αρένα, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να ιδωθεί σ’ όλη του την έκταση τούτος ο κόσμος της φρίκης· μια φρίκη τόσο βαθιά που το να δοκιμάσεις να την απαλύνεις θα ήταν σα να προσπαθείς να αδειάσεις τη θάλασσα με το κουτάλι. Πρόκειται για έναν πραγματικό κόσμο, καταδικασμένο στην αφάνεια, κλεισμένο πίσω από πελώρια τείχη οδύνης, όπου δίχως καρπό λυγμού σάρκα κι ουρανός· εκεί η ατμόσφαιρα σπαρταρά από θλίψη. Η άλλοτε Θεογεννήτρα Ανατολή, τώρα, αιμορραγεί ακατάσχετα ακούγοντας τα βογγητά της μόνη, χωρίς να μοιράζεται με κάποιον τον πόνο της.
Η άρση της συμμετρίας οικείου και ξένου βρίσκεται στον ορίζοντα του λόγου περί δυστυχίας. Γιατί ο αληθινός πόνος λαμβάνει χώρα εκεί που γεννιέται η συνείδηση της απώλειας, αφού η αλήθεια έναντι θανάτου φωτίζεται: Σ’ αυτήν τη συνθήκη ο άνθρωπος στέκεται ενεός.
Αν μια σταγόνα από αυτό που βιώνουν όσοι δέχονται τη φρίκη του θανάτου έπεφτε στην καθημερινότητά μας, τότε η τελευταία θα γινόταν κόλαση μεστή από πύρινες λόγχες που ξεγυμνώνουν το αθέατο καθώς ασφυκτιά κάτω από το απαθές βάρος της ύλης. Ο,τι αφανίζεται είναι ό,τι υπάρχει στη συνείδηση του ανθρώπου· όταν στοχάζεται ο ίδιος πως πεθαίνει, στην ουσία στοχάζεται πως πεθαίνει όλος ο κόσμος. Ο άνθρωπος δεν θα ήταν αυτός που είναι δίχως τον κόσμο που δεν είναι κόσμος παρά δι’ αυτού και γι’ αυτόν2. Αρα, το είναι του ανθρώπου συνενώνεται με το είναι του κόσμου. Αλλά η συνήθεια –ένα υπνωτικό με οντολογική διάσταση– μας κάνει να δεχόμαστε οποιαδήποτε δυστυχία, οποιονδήποτε πόνο, οποιονδήποτε θάνατο. Αντίθετα, δεν είναι οι πληγές που κάνουν έναν κόσμο πιο ανεκτό· αλλά η αρετή! Στις μέρες μας, μηδαμινώς ασκούμενη η τελευταία αδυνατεί να εξοικονομήσει την τάξη του κόσμου, ωθώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον άνθρωπο να θέσει τη ζωή του στην –παγκοσμιοποιημένη πλέον– τροχιά της ευθύνης για την αυτοεξολόθρευσή του. Συνεπώς, σε έναν πόλεμο ενάρετος είναι εκείνος που θα μπορεί να φανεί πως η πράξη η δική του στάθηκε αντίρροπη στην αιτία του πολέμου. Επομένως, ενόσω ασκεί τη δυναμική της σχέσης του με τον κόσμο, ο άνθρωπος, αφενός αναπτύσσει την αρετή καθώς αυτή εξωτερικεύεται συνεργώντας στο πλαίσιο της συνάντησης με τους άλλους, και, αφετέρου, αυτοδιαλέγεται καθώς το γίγνεσθαι της εξωτερίκευσής της τη φέρει ενώπιον της ροής του οικείου αλλά και αινιγματικού εσωτερικού της πυρήνα. Τούτος εδώ, διατρέχοντας τη φθαρτή διάσταση της προ(σ)κλητικής περιπέτειάς μας, διαισθάνεται με τον πιο οικείο, ριζικό τρόπο τη μυστηριακή σύνδεση της ζωικής γοητείας με τον ορίζοντα του θανάτου3. Μ’ άλλα λόγια, αν και όλα μοιάζουν να πορεύονται προς τον θάνατο, εμείς συμμετέχουμε σε αυτό με μια ιδιάζουσα χαρμολύπη· και αυτό επειδή νιώθουμε έλξη και απ’ το φθαρτό της ζωής και απ’ το άφθαρτο του θανάτου. Οταν, όμως, η ζωή αρχίζει να γίνεται αβίωτη, ξεπροβάλλει η απαίτηση μιας πορείας προς το υπερπέραν του ανθρώπινου· αυτή η πορεία που ίσως χαράζει τον δρόμο της θα ανοίξει έναν ορίζοντα μόλις ορατό σήμερα 4.

Και είναι μόλις ορατός, επειδή σήμερα μπορεί να πραγματώσαμε από τα τρία συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης τα δύο πρώτα –ελευθερία και ισότητα– κατά κάποιον στοιχειώδη τουλάχιστον τρόπο, για το τρίτο όμως, την αδελφοσύνη, ο δρόμος δυστυχώς είναι μακρύς. Ως τότε, απαρέγκλιτος συνοδοιπόρος μας θα είναι η «Ασκητική», του Νίκου Καζαντζάκη, και κατ’ επέκταση του κάθε πλανητικού ανθρώπου: «Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό, το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας. Σαν ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου και μαζώνουνται κοπιαδιαστά οι σκιές των πεθαμένων και σε πίνουν και ζωντανεύουν». Με πόνο οντολογικά βαθύ, σας ασπάζομαι.

* Ο κ. Απόστολος Ζιώγας είναι βιολόγος

1. Σημαίνει το εφήμερο, το πρόωρο τέλος (από τον «Φαίδρο» του Πλάτωνα).
2, 4 Κώστας Αξελός «Προς την πλανητική σκέψη» (Εστία, 1985).
3. Παναγιώτης Δόικος «Η πολιτισμική δύναμη του μεγαλείου» (Περ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τ. 20, έτος 2006).
Πηγή:  http://news.kathimerini.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...