Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Πολιτική και αξίες, Ιωάννης Σ. Πέτρου (Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ),

Εισήγηση στο 13ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο με θέμα «Χριστιανικός βίος και πολιτική εξουσία» που διεξήχθη στο Μιλάνο (28-30 Αυγούστου) 
12ο Διαχρ_165Μιλώντας κανείς για πολιτική είναι υποχρεωμένος να προσδιορίσει καταρχάς τι εννοεί με τον όρο αυτό. Οπωσδήποτε ο λόγος αφορά για τη σύγχρονη πολιτική. Δεν είναι απαραίτητο σε μια σύντομη σχετικά εισήγηση να αναφερθεί κανείς σε προηγούμενες καταστάσεις και να κάνει συγκρίσεις με την παραδοσιακή έννοια της πολιτικής. Εξάλλου, αρκετές αναφορές τέτοιου είδους υπήρχαν στην εισήγηση του Δρ Χρ. Τσιρώνη.
Λέγοντας πολιτική εννοούμε:
  • την άσκηση κυβερνητικού έργου και τη διακυβέρνηση μιας χώρας,
  • τις ενέργειες των πολιτικών κομμάτων για την άσκηση εξουσίας ή την κατάκτηση της εξουσίας ή την άσκηση ελέγχου του κυβερνητικού έργου όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση,
  • την πραγματοποίηση διαφόρων πολιτικών για την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων,
  • τη συμπεριφορά των πολιτών μέσω της οποίας εκφράζονται αυτοί πολιτικά σε σχέση με τη διαχείριση των κοινών πραγμάτων, αλλά και τις επιλογές τους για τον προσδιορισμό εκείνων που θα διαχειριστούν τα κοινά, την αλληλόδρασή τους με τους πολιτικούς και τη διαμόρφωση των αντιλήψεων που αφορούν στην πολιτική διαχείριση του τόπου τους.
Επομένως, η μοντέρνα πολιτική αφορά στους πολιτικούς που ασκούν εξουσία ή ελέγχουν αυτούς που ασκούν εξουσία και τους πολίτες τόσο στην κύρια έκφρασή τους κατά τις εκλογικές διαδικασίες, όσο και κατά την αλληλόδρασή τους στη διαμόρφωση αντιλήψεων που αφορούν στη διακυβέρνηση των κοινών υποθέσεων και των ζητημάτων που αφορούν την κοινωνία και τα μέλη της.
Από τα πιο σημαντικά ζητήματα που πρέπει να αναφέρει κανείς μιλώντας για την πολιτική στη σύγχρονη πραγματικότητα είναι ότι δεν μπορεί να νοηθεί η μοντέρνα πολιτική χωρίς την ύπαρξη της Δημοκρατίας. Ίσως πριν από μερικά χρόνια να θεωρούσαμε αυτονόητο τι περιλαμβάνει και χαρακτηρίζει τη Δημοκρατία. Μιλώντας γενικά πρέπει να πει κανείς ότι σε πολλά ζητήματα έχουμε μια α(άλφα) αντίληψη σε μια δεδομένη στιγμή και αισθανόμαστε βέβαιοι ότι όλοι καταλαβαίνουν τα ίδια πράγματα και συμφωνούν γι’ αυτά. Δυστυχώς δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Γι’ αυτό και είμαστε υποχρεωμένοι να τα επαναπροσδιορίζουμε ή να υπενθυμίζουμε ορισμένες διαστάσεις τους που είτε αγνοούνται είτε σκόπιμα παραβλέπονται. Οι διάφορες μάλιστα εμπλεκόμενες πλευρές συνήθως τονίζουν τις πλευρές που ευνοούν τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις τους και παραγνωρίζουν άλλες που είναι εξίσου πολύ σημαντικές με αυτές που προβάλλονται, αλλά δεν ευνοούν τις επιδιώξεις τους. Εξάλλου, ορισμένες διαστάσεις αναγκαζόμαστε να τις τονίσουμε, γιατί ανακύπτουν σοβαρά προβλήματα που οφείλονται στην παραγνώρισή τους ή τα προβλήματα αυτά καθιστούν αναγκαίο τον τονισμό και την προβολή τους.
Με βάση αυτά τα θεωρητικά είναι απαραίτητο να αναφέρουμε ποια είναι τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την ύπαρξη της σύγχρονης Δημοκρατίας. Η πραγματοποίηση εκλογών και οι εκλογικές διαδικασίες, που είναι βασική έκφραση των θεμελιωδών πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών, του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά και συνθέτουν τη βασική διαδικασία για τη συγκρότηση της εκτελεστικής εξουσίας (κυβέρνηση) και του αντιπροσωπευτικού σώματος της νομοθετικής λειτουργίας (Βουλή, και Γερουσία, όπου προβλέπεται), δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί ένα σύγχρονο πολίτευμα δημοκρατικό. Θα αναφερθούν, λοιπόν, ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να αναπτυχθούν διεξοδικά, λόγω του περιορισμένου χρόνου και «χώρου» της εισήγησης. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι αυτά, πέρα από αφελείς τοποθετήσεις πως αποτελούν «δυτικά» δημιουργήματα και έτσι δεν ταιριάζουν σε άλλους «πολιτισμούς», είναι πολιτικά και κοινωνικά δημιουργήματα που προήλθαν μέσα από την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων, τα οποία επανέρχονται στο προσκήνιο με την αρνητική εμπλοκή του παράγοντα της θρησκείας. Δυστυχώς η εμπλοκή του παράγοντα της θρησκείας στο χώρο της πολιτικής και της κοινωνίας δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από εκείνα που επιλύει. Αυτό δεν σημαίνει ότι πιστοί και θρησκευτικοί φορείς δεν μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση προβλημάτων της κοινωνίας και της πολιτικής. Απλώς δεν μπορούν να αξιώνουν τη «θεοκρατική» θεμελίωση της εξουσίας, την επιβολή «θείων» νόμων και τη θρησκευτική κατοχύρωση των κοινωνικών πρακτικών. Τα ίδια ισχύουν και για ιδεολογικά προσδιορισμένες πολιτικές επιλογές με ουτοπικές προοπτικές. Αποτελούν σίγουρη απάτη που καταλήγει σε πολιτική εφαρμογή του ολοκληρωτισμού, αν στην πορεία των πραγμάτων δεν υπάρξει διαφοροποίησή τους.

IMG_4883
Έτσι, η σύγχρονη Δημοκρατία, εξαιτίας του γεγονότος ότι προήλθε από την αντίθεση στη θρησκευτικά νομιμοποιημένη απολυταρχία, στηρίζεται:
  • στη λαϊκή κυριαρχία και τη λαϊκή νομιμοποίησή της,
  • στην απομύθευση της πολιτικής ή πιο απλά στο διαχωρισμό της πολιτικής από τη θρησκεία,
  • στη λειτουργία του κοσμικού νόμου που ισχύει για όλους, ενώ αντίθετα δεν μπορεί να υπάρχει «θρησκευτικός» ή «θείος» νόμος,
  • στη διάκριση των εξουσιών, στην κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που πρέπει να κατανοηθούν όχι μόνο ως δικαιώματα αλλά και ως υποχρεώσεις των πολιτών,
  • στην κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας του λόγου, και
  • στο σεβασμό στις ποικίλες κοινωνικές και πολιτιστικές διαφορετικότητες.
Τα δεδομένα αυτά έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα για μας όχι μόνο γιατί αποτελούν την κατάληξη μιας ταραχώδους και δύσκολης πορείας του μοντέρνου πολιτισμού, αλλά ορισμένα συνδέονται και με το Διάταγμα των Μεδιολάνων, που θα μπορούσε να θεωρηθεί η απαρχή αυτών, αν και ακολούθησε μια μακρόχρονη πολιτική πορεία τόσο στην καθ’ ημάς ανατολή όσο και στη δύση που ήταν ανατροπή του τόσου σημαντικού αυτού διατάγματος ανεξιθρησκίας. (Όπως ίσως θα σας είναι γνωστό «ανεξιθρησκία» σημαίνει ότι υπάρχει ένα επίσημο θρήσκευμα και τα άλλα είναι απλώς ανεκτά. Με τη θρησκευτική ελευθερία που είναι ατομικό δικαίωμα των πολιτών δεν υπάρχει κάποιο θρήσκευμα που συνδέεται με τη συγκεκριμένη πολιτεία και τυγχάνει ιδιαίτερης προστασίας, αλλά ο πολίτης είναι ελεύθερος να επιλέξει τη θρησκευτική του ταυτότητα και οι θρησκευτικές κοινότητες είναι ελεύθερες να δρουν στο δημόσιο χώρο, αρκεί να μη λειτουργούν ενάντια στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη της κοινωνίας. Ακόμη, τα δικαιώματα, άρα και η θρησκευτική ελευθερία δεν μπορούν να ασκηθούν καταχρηστικά).
Μετά από αυτά θα πρέπει να λεχθούν λίγα θεωρητικά για τις κοινωνικοπολιτικές και ηθικές αξίες, και ιδίως για ποιους λόγους γεννιούνται. Είναι ευνόητο ότι αν είχαμε έναν κοινωνικό κόσμο που λειτουργούσε ιδανικά και όλοι θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς προβλήματα, δεν θα χρειαζόμασταν κανόνες ρυθμιστικούς για να διευθετούν τα προβλήματα και τις δυσκολίες. Επειδή όμως ο κόσμος μας δεν είναι ιδανικός αλλά πλήρης προβλημάτων, γι’ αυτό απαιτούνται κατά καιρούς ανάλογα με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε «οδοδείκτες». Το ρόλο αυτό παίζουν οι κοινωνικοπολιτικές και ηθικές αξίες. Είτε είναι αξίες που χρησιμοποιήθηκαν παλιότερα και τις αντλούμε από τη σοφία προηγουμένων, αλλά τις επανερμηνεύουμε για να ταιριάξουν στα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, είτε είναι καινούργιες που τις δημιουργούμε μέσα από την προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε τα συγκεκριμένα προβλήματα της εποχής μας. Τα προβλήματα και οι κρίσεις λειτουργούν με τέτοιο τρόπο που μας αναγκάζουν να βρούμε τρόπους να βγούμε από τη δυσκολία, στην οποία έχουμε περιέλθει. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε προβλήματα για να δημιουργούμε αξίες, αλλά δυστυχώς αυτό συμβαίνει στην πράξη. Ιδίως όταν συνηθίσουμε σε μια κατάσταση που μας πρόσφερε διευκόλυνση, και κυρίως ευμάρεια, έστω και πλαστή, προβάλλουμε πολύ μεγάλες αντιστάσεις στο να αλλάξουμε αυτό που εξωτερικά παρείχε ευμάρεια αλλά εσωτερικά αποτελεί την αιτία μεγάλης κρίσης.
IMG_5344
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί μια βασική διάσταση που μπορεί να μην ακούγεται ευχάριστα στα αυτιά μας. Τα προβλήματα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα για την επίτευξη άλλων σκοπών. Στην περίπτωση του θρησκευτικού χώρου δεν μπορεί να είναι μέσα, «εργαλεία», για την προώθηση της ιεραποστολής και τη διάδοση της πίστης. Αυτό δεν σημαίνει ότι από το θρησκευτικό χώρο δεν μπορεί ή δεν πρέπει να υπάρχει ενδιαφέρον για τα προβλήματα αυτά. Απλώς δεν μπορούν αυτά να χρησιμοποιηθούν για την προώθηση άλλων σκοπών. Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι ότι δεν μπορεί να συνδεθούν με μιαν αντίληψη μοναδικότητας ως προς την παραγωγή των αξιών. Επίσης, σε ένα πλουραλιστικό κόσμο θα πρέπει οι αξίες να μην έχουν θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς χρωματισμούς. Άρα το ενδιαφέρον στρέφεται στα πράγματα καθεαυτά, δηλ. στις αξίες καθεαυτές,  και όχι στις θεμελιώσεις ή στον τρόπο παραγωγής τους.
Υπάρχουν πολλά αρνητικά δεδομένα και μια τρομακτική εκμετάλλευση των προβλημάτων στο πλαίσιο της πολιτικής. Το πιο επικίνδυνο στην περίπτωση αυτή είναι ο «λαϊκισμός», είτε αριστερός ή δεξιός δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Αποτελεί μιαν άκρως επικίνδυνη εκμετάλλευση του θυμικού των ανθρώπων, υπόσχεται απίθανα πράγματα αδιαφορώντας αν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Το ίδιο και ο εθνολαϊκισμός που γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνος όταν καταλήγει στον εθνοφασισμό. Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσει κανείς τον θρησκευτικοπολιτικό φονταμενταλισμό και τις αξιώσεις ακραίων θρησκευτικών ομάδων και κομμάτων να επιβάλουν κάποιο θρησκευτικό νόμο. Οι ακραίες αυτές κινήσεις από τον λαϊκισμό μέχρι τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό αρνούνται να δεχθούν και να μιλήσουν με βάση την πραγματικότητα, αλλά πλάθουν μια πραγματικότητα που ταιριάζει στα μέτρα τους και στις αντιλήψεις και τα συμφέροντά τους, άσχετα αν παρουσιάζονται αυτά ως η «επίλυση» των προβλημάτων της κοινωνίας. Όλες οι μορφές πολιτικού λόγου από το λαϊκισμό μέχρι τον φονταμενταλισμό δεν έχουν καμιά σχέση με τη δημοκρατία και είναι πρόδρομοι της επιβολής απολυταρχικών καθεστώτων και ολοκληρωτικών. Σε αντίθεση με όλες αυτές τις μορφές, η δημοκρατική πολιτική στηρίζεται και απαιτεί κατανόηση της πραγματικότητας. Η πολιτική δεν δημιουργείται στο κενό ή σε πλασματικούς κόσμους. Η εξαπάτηση των πολιτών με απίθανες και ανεφάρμοστες υποσχέσεις με απώτερο σκοπό την υποκλοπή της ψήφου τους οδηγεί συνήθως σε απολυταρχικές δομές και λειτουργίες.
Από τις θρησκευτικές κοινότητες που δεν διακατέχονται από τις παραπάνω αντιλήψεις είναι απαραίτητο να γίνουν κατανοητά ορισμένα βασικά δεδομένα. Ιδιαίτερα στην Ευρώπη που είναι σαφώς πλουραλιστική, καμιά θρησκευτική κοινότητα δεν ταυτίζεται με την κοινωνία, ούτε και όλες ως σύνολο δεν καλύπτουν την κοινωνία, επειδή υπάρχουν εκτός από τα πιστά μέλη τους και πολλοί άλλοι που είναι θρησκευτικά αδιάφοροι, άθεοι, ανήκοντες στις κοινότητες «τύποις» ή διατηρούντες χαλαρές σχέσεις με αυτές. Αυτά σημαίνουν ότι εκτός από τον πλουραλισμό των πολιτικών τοποθετήσεων, υπάρχει στη σύγχρονη κοινωνία και θρησκευτικός πλουραλισμός. Έτσι δεν είναι δυνατό να θεωρεί κανείς ότι μέσα από τις θρησκευτικές κοινότητες είναι δυνατό να επιλυθούν τα προβλήματα της πολιτικής. Είναι πλέον απαραίτητο να γίνει κατανοητό ότι πρέπει να συμβάλλουν στο να γίνουν τα μέλη τους συνειδητοί πολίτες που θα ενδιαφέρονται για τα κοινά. Στην περίπτωση αυτή βασικές αντιλήψεις τους πρέπει να τις μετατρέψουν σε πολιτικές αντιλήψεις και όχι να επιζητούν να μετατρέψουν την πολιτική σε θρησκευτική υπόθεση. Ούτως ή άλλως είναι ελεύθερες να δρουν στο δημόσιο χώρο. Βασική όμως προϋπόθεση να γίνει κατανοητό ποιες υποθέσεις είναι καθαρά θρησκευτικές και καλύπτονται από τη θρησκευτική ελευθερία, και όχι να προωθούνται καθυστερημένες κοινωνικές αντιλήψεις που σημαίνουν υποβάθμιση τμημάτων του πληθυσμού, όπως είναι οι γυναίκες, με το να θεωρούνται ορισμένες κοινωνικές πρακτικές ως θρησκευτικές και έτσι με απατηλό τρόπο να επιζητείται η κατοχύρωσή τους μέσω της θρησκευτικής ελευθερίας. Το ζήτημα αυτό είναι πολύ σημαντικό. Για παράδειγμα θα αναφέρω τη μανδήλα. Παρουσιάζεται ως σύμβολο θρησκευτικό, και διεκδικείται η ελεύθερη χρήση της στο δημόσιο χώρο με βάση τη θρησκευτική ελευθερία. Είναι όμως κοινωνικό σύμβολο καταπίεσης της γυναίκας, και θα πρέπει οι υποστηρικτές της να παύσουν να επικαλούνται τη θρησκευτική ελευθερία. Επίσης, όσοι άλλοι προσπαθούν να συνδυάσουν την υπόθεση αυτή με τον τρόπο αντιμετώπισης καθαρών θρησκευτικών συμβόλων και πρακτικών θα πρέπει να καταλάβουν ότι ενεργούν χωρίς σύνεση και με τρόπο που θα δημιουργήσει πολύ περισσότερα προβλήματα στο μέλλον. Όπως είναι γνωστό, η ικανοποίηση τέτοιων αξιώσεων που διατυπώνονται από μέρους μεταναστών θα διευκολύνει την εκμετάλλευση της λαϊκής φοβίας από ακραίες πολιτικές κινήσεις, χωρίς να αποφέρει ιδιαίτερα οφέλη στους θρησκευτικούς φορείς που θεωρούν ότι θα κερδίσουν έδαφος στο δημόσιο χώρο. Είναι δεδομένο ότι είναι ελεύθερες οι θρησκευτικές κοινότητες στο δημόσιο χώρο με βάση το θεμελιώδες δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Δεν μπορούν όμως ούτε το λόγο τους να επιβάλουν, ούτε να υποχρεώσουν τους πολίτες να γίνουν μέλη τους. Και τα δύο αυτά δεδομένα στηρίζονται στην ελεύθερη επιλογή.
Βρισκόμαστε σε μια εποχή απορίας. Ο κοινωνικός κόσμος είναι ιδιαίτερα πολύπλοκος και οι απλοϊκές προσεγγίσεις, που προέρχονται από διάφορες πλευρές, δεν αποφέρουν τίποτε. Ταυτόχρονα δεν υπάρχουν μάγοι που γνωρίζουν τα πάντα και μπορούν άμεσα να προτείνουν λύσεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Εξάλλου, οι λαϊκιστές καραδοκούν για να εκμεταλλευτούν κάθε δυσκολία. Πάντως η τακτική της ρητορικής άρνησης του κοινωνικού κόσμου που είχε ακολουθηθεί κατά τη δεκαετία του ’70, του ’80 και εν μέρει του ’90 δεν αποφέρει πλέον τίποτε. Η επίδειξη «κριτικής ρητορείας» είναι εύκολη υπόθεση, αλλά μη δημιουργική. Κερδίζει τις εντυπώσεις, πλάθει ψευδείς συνειδήσεις, δεν προσφέρει όμως τίποτε θετικό. Κάποιοι βέβαια συνεχίζουν να κάνουν την ίδια δουλειά. Σε αυτό εκπαιδεύτηκαν και νομίζουν ότι τους αποφέρει το ρόλο του κριτικού αναλυτή και του κριτικά τοποθετημένου πολίτη. Αλλά δεν αποφέρει τίποτε στην κοινωνία. Σε σχέση με αυτήν είναι απαραίτητος ο ρεαλισμός και οι προτάσεις που μπορούν να πραγματοποιηθούν. Το να προτείνει κανείς ένα κόσμο που δεν μπορεί να υπάρξει δεν αποφέρει τίποτε ουσιαστικό στην ίδια την κοινωνία. Απλώς αποτελεί μια απάτη. Επίσης δεν αρκούν οι γενικόλογες τοποθετήσεις, ούτε η απλή άντληση αντιλήψεων και διδασκαλιών από το παρελθόν. Ακόμη, δεν μπορεί να περιορίζεται κανείς σε προσωπικό επίπεδο και να θεωρεί ότι καλύπτεται με τον τρόπο αυτό η ευθύνη του για την κοινωνία. Αντίθετα είναι υποχρεωμένος να σκέφτεται συνολικά και να βλέπει την κοινωνική και την πολιτική δομή και διάσταση, και όχι μόνο την προσωπική.
Μιλώντας για τον ευρωπαϊκό χώρο, γιατί δεν είναι δυνατό σε μια σχετικά σύντομη εισήγηση να αναπτύξει κανείς πολιτικές αντιλήψεις που να αφορούν και στο παγκόσμιο πεδίο, είναι απαραίτητο να αλλάξουμε νοοτροπία. Η εποχή της πραγματικής ή πλαστής ευμάρειας έχει περάσει. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να περιορίσουμε τις απαιτήσεις και τις βλέψεις μας. Πάντοτε φυσικά έχουν νόημα οι από την παράδοση γνωστές αξίες όπως η κοινωνική δικαιοσύνη και η ειρήνη, η αποδοχή του άλλου και ο σεβασμός προς αυτόν, το μέτρο και η μεσότητα. Ταυτόχρονα όμως είναι απαραίτητο να θυμηθούμε την κοινωνική ευθύνη. Καθώς φαίνεται οι νεώτερες γενιές μη έχοντας γνωρίσει δυσκολίες, όπως συνέβη με τις παλιότερες, δυσκολεύονται στη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Μέσα στο πλαίσιο των ρητορικών τοποθετήσεων τόσο από μέρους των Εκκλησιών, όσο και στην Οικουμενική Κίνηση, καθώς επίσης και στο χώρο των αριστερών κινήσεων, κυριάρχησαν στη μεταπολεμική περίοδο οι μεγάλες ιδέες για τη διανομή των αγαθών και την ανακατανομή του πλούτου. Απουσίασε όμως το ενδιαφέρον για μια ουσιαστική διάσταση. Δεν μπορεί να κατανείμει κανείς όταν δεν προτείνει πώς θα παραχθεί πλούτος για να κατανεμηθεί. Η πολύ σημαντική αυτή διάσταση της παραγωγής είναι απαραίτητο πλέον να τύχει επεξεργασίας πέρα από τις κρατικές «λύσεις», που όπως αποδείχθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες στηρίζονταν σε δανεικά και  πραγματοποιούνταν στο πλαίσιο της διεύρυνσης του κράτους και του ρόλου κρατικών φορέων. Η τακτική όμως αυτή είναι αντιπαραγωγική. Επομένως θεμελιώδης διάσταση είναι ότι δεν μπορείς να κατανείμεις αν δεν έχεις παραγωγή. Η κατανομή του όποιου υπαρκτού ή πλασματικού πλούτου έχει ένα σύντομο τέλος με επικίνδυνα αποτελέσματα.
Σε αυτά μπορεί να προσθέσει κανείς βασικές αξίες όπως η εντιμότητα στις συναλλαγές και τις σχέσεις, η εργατικότητα, η ευγένεια και η ευπρέπεια. Ακόμη, δεν είναι δυνατό ο πολιτικός «διάλογος» να καταλήγει σε κοινό υβρεολόγιο. Το χυδαίο γλωσσικό ιδίωμα μαρτυρεί και χαμηλό νοητικό επίπεδο. Στα δικαιώματα αντιστοιχούν υποχρεώσεις των πολιτών προς το κράτος, την κοινωνία και τους άλλους. Από την άλλη στα δικαιώματα αντιστοιχεί η σύμμετρη ικανοποίησή τους. Μαζί με αυτά ταιριάζει η υπευθυνότητα των πολιτών, η λογική αντιμετώπιση και η υποστήριξη του μέτρου και της μεσότητας. Ο λαός εκπαιδεύεται με την καθημερινή πρακτική σε αυτά. Όταν όμως κυριαρχεί ο λαϊκισμός και η ασυδοσία, οι παχυλές και ψευδείς υποσχέσεις από μέρους πολιτικών, είναι «φυσιολογικό» να εθίζονται και να προσελκύονται αρκετοί από τους πολίτες. Γι’ αυτό και αναμένει κανείς υπευθυνότητα και εντιμότητα καταρχήν από τους πολιτικούς. Το ίδιο αναμένει και από τους θρησκευτικούς φορείς.
Τέλος, μια πολύ σημαντική διάσταση είναι η μείωση του συγκεντρωτικού κράτους και της γραφειοκρατίας, ιδίως με τον περιορισμό της πλασματικής διόγκωσης του κράτους, της πολυνομίας. Η πρόοδος της τεχνολογίας, ιδίως της ηλεκτρονικής, προσφέρει νέες δυνατότητες, και ιδίως την πραγματοποίηση πολλών ενεργειών και δράσεων με λιγότερες προσπάθειες και την απασχόληση λιγότερων ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι είναι απαραίτητο να στραφούμε σε άλλες δράσεις παραγωγικές και όχι στην ανάπτυξη δημόσιων υπηρεσιών. Η διάσταση αυτή οδηγεί και σε αλλαγές στη δομή και τους στόχους της εκπαίδευσης, ιδίως της ανώτατης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...